Φρυκτωρία: Η διά πυρός ή πυρσών μετάδοση σημάτων τη νύκτα. Φρυκτωρέω-ώ, το αντίστοιχο ρήμα.Στην ιστοσελίδα αυτή, πολύ απλά, φιλοδοξούμε να φρυκτωρούμε φλόγες ποίησης και οποιασδήποτε άλλης στιγμής και πράξης αποτελεί ποίηση και συνεπώς ομορφαίνει τη ζωή μας. Όπως οι πηγές της Μόκιστας του Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας (στο φόντο).Ένα παραμύθι, ένα υδάτινο λουλούδι με μια ομορφιά σκέτη φλόγα που ρέει κρυστάλλινη, δροσερή και ακαταμάχητη.. Ό,τι όμορφο είναι και ποιητικό, και ό,τι πραγματικά ποιητικό είναι και ανθρώπινο... Λίγο πιο κάτω στη δεξιά στήλη θα βρείτε την ποιητική συλλογή μου σε ebook

Σε λίγους στίχους κουρνιασμένος (κατεβάστε από εδώ)

από τις διαδικτυακές εκδόσεις 24grammata.com Υ.Γ. Η ιστοσελίδα αυτή είναι υπό κατασκευή. 'Υπό κατασκευή'. Μ' αρέσει αυτή η φράση. Υπό κατασκευή. Μονίμως, όπως και η ζωή μας. Γι' αυτό, τη φράση τούτη θα την κρατήσω! Under construction, που λένε, γιατί Θα φρυκτωρούμε και Αγγλιστί. Because we're gonna... blog our poetic ways through English, as well, transmitting poetic flames from heart to heart and soul to soul. Ας αρχίσουμε λοιπόν. Let's get started!
(Επισκεφτείτε και τις
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ, το μικρό αδερφάκι της ιστοσελίδας, για μεταφράσεις ποιημάτων στα Ελληνικά ξένων ποιητών. You can also visit ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ, the site's little brother for foreign - language poetry translated into Greek!

Ποιητικά ορθοτομώντας την Ορθοδοξία

Το μεγαλείο της Ορθόδοξης πίστης μας αναδεικνύεται και μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας. 

Έχω συντάξει έξι μελέτες για την υψηλή ποιητική τέχνη κάποιων ύμνων, όπως για τον Ακάθιστο Ύμνο φερ' ειπείν. Πιστεύω ακράδαντα πως τέτοιοι ύμνοι όπως ο προαναφερθείς θα πρέπει να ενταχθούν στο διδακτικό πρόγραμμα του σχολείου γιατί συνδυάζουν υψηλή θεολογία και μεγάλη ποιητική τέχνη. Είναι κρίμα οι Έλληνες να αγνοούμε τέτοιους ύμνους και την ανυπέρβλητη αξία τους γενικά.

Παρατίθενται παρακάτω οι εν λόγω μελέτες. Έχουν πνευματικά δικαιώματα όπως όλες οι αναρτήσεις στη συγκεκριμένη ιστοσελίδα φυσικά. ΠΡΟΣΟΧΗ: Δεν είμαι θεολόγος και ζητάω συγγνώμη αν έχω διαπράξει κάποιο θεολογικό σφάλμα στα γραπτά μου αυτά. Για αυτό, αν σκοπεύετε να τα δείξετε κάπου, ελέγξτε τα πρώτα. (Το πρώτο κείμενο έλαβε το Γ' έπαινο σε λογοτεχνικό διαγωνισμό - κατηγορία δοκίμιο - της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών το 2023)

 

Χαίρε δένδρον αγλαόκαρπον εξ’ ού τρέφονται πιστοί:

Η Ars Poetica του Ακάθιστου Ύμνου  ή όταν η ποίηση χαιρετίζει την Θεοτόκο

 

Ανέκαθεν η Θεοτόκος Παρθένος, η Παναγία υπήρξε για τον ευσεβή λαό εδώ και δύο χιλιάδες περίπου έτη, δένδρον αγλαόκαρπον εξ’ ού τρέφονται πιστοί και ξύλον ευσκιόφυλλον υφ’ ού σκέπονται πολλοί. Σε αυτή στηρίζονται οι πιστοί και από αυτήν αντλούν ευλογία για τις δυσάρεστες αλλά και ευχάριστες στιγμές, ως μητέρα του ενσαρκωθέντα Μεσσία που ήρθε για να λυτρώσει τον άνθρωπο και να του προσφέρει τη χαρά της Βασιλείας Του. Άλλωστε, από το πρώτο ήδη χαίρε του πρώτου οίκου της Α’ Στάσης (Χαίρε, δι’ ης η χαρά εκλάμψει/ Χαίρε, δι’ ης η αρά εκλείψει), ο περίφημος Ακάθιστος Ύμνος εις στην Υπεραγίαν Θεοτόκον, όπως είναι το πλήρες όνομά του, αναφέρεται στη χαρά, το τελικό αποτέλεσμα της Θεώσεως του ανθρώπου, της υιοθεσίας μας από τον Θεάνθρωπο Ιησού Χριστό, στην Αιώνια και απαρασάλευτη Βασιλεία Του. Γιατί, αν ο τελικός, εσώτατος και απώτατος στόχος κάθε πράξης μας είναι η απόκτηση της ευτυχίας, ας φανταστούμε τι ευτυχία άρρητη και ασύλληπτη στο νου μας περιμένει εκεί στην ουράνια πατρίδα όταν θα αντανακλά επάνω μας η δόξα και η μακαριότητα του Θεού.

               Ο Ακάθιστος Ύμνος έχει αγαπηθεί ιδιαίτερα από το λαό, αναγιγνώσκεται καθημερινά σε μοναστήρια και από πιστούς ως ευχαριστήρια δέηση και προσευχή προς τον Χριστό και την Θεοτόκο και η προσέλευση είναι αθρόα στις εκκλησιές όταν ψάλλεται τις πέντε πρώτες παρασκευές της Μεγάλης Σαρακοστής. Θα λέγαμε πως έχει γίνει αναπόσπαστο τμήμα της ψυχοσύνθεσης του Ελληνισμού.

Στο παρόν κείμενο δεν θα αναφερθούμε στα ιστορικά στοιχεία της συνθέσεως του ύμνου, στα γεγονότα της επιτυχούς και θαυμαστής αποκρούσεως των Αβάρων από την Κωνσταντινούπολη το 626 μ.Χ.επί βασιλείας Ηρακλείτου ούτε στις διχογνωμίες για το συνθέτη του ύμνου. Άλλοι θεωρούν δημιουργό του των μεγάλο Ρωμανό των Μελωδό, άλλοι τον Σέργιο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ενώ άλλες εκδοχές αναφέρουν τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γερμανό Α΄ (715-730), ο οποίος υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων της θαυμαστής σωτηρίας της Κωνσταντινούπολης από τους Άραβες το 718, επί Αυτοκράτορος Λέοντος του Ισαύρου, άλλο γεγονός από εκείνο του 626 δηλαδή. Αξίζει, όμως, να αναφέρουμε πως είναι το μοναδικό κοντάκιο που ψάλλεται αυτούσιο, ως έχει μέχρι τις μέρες μας ενώ από τα υπόλοιπα κοντάκια συναντάμε λίγα μόνο κομμάτια στα λειτουργικά βιβλία της εκκλησίας.

Σκοπός του παρόντος κειμένου είναι η ανάδειξη του ποιητικού μεγαλείου του περίφημου ύμνου, ο οποίος μάλιστα θα ήταν χρήσιμο να ενταχθεί στη διδασκαλία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης τόσο από θεολογικής – λειτουργικής πλευράς όσο και από λογοτεχνικής.

Κοντάκιο παλιότερα λεγόταν ολόκληρος ο ύμνος που αποτελούνταν από ένα προοίμιο (τροπάριο, στροφή θα λέγαμε) και διάφορους οίκους (τροπάρια). Στιε μέρες μας επικράτησε να λέγεται κοντάκιο το πρώτο τροπάριο ενός τέτοιου ύμνου.

Εδώ θα αναλύσουμε, όσο μπορούμε, την ποιητική του που τον καθιστά εκτός του θρησκευτικού του ρόλου και μνημείο τέχνης, ‘με μια γλώσσα ... καθαρή και ρέουσα, με μέτρα άψογα...[i] Γιατί η υψηλή ποίησή του συμβάλλει στον Μαριολογικό, Χριστολογικό, ευχαριστηριακό, δοξολογικό, πανηγυρικό, δογματικό και προσευχητικό χαρακτήρα (Στην παρούσα εργασία οι οίκοι χαρακτηρίζονται από το γράμμα με το οποίο αρχίζουν, π.χ. οίκος Ρ’, ο αντίστοιχος που αρχίζει από Ρ κλπ.). Χρειάζεται βέβαια να τονίσουμε πως η εκκλησιαστική ποίηση δεν στέκει ποτέ μόνη της αλλά συνοδεύεται πάντοτε από το μουσικό μέλος, και η χρήση της είναι λειτουργική, προσευχητική και υμνολογική ενώ η αισθητική τέρψη που προκαλεί έχει ως στόχο πάντα την υποβοήθηση της προαναφερθείσας χρήσης της.

               Ο Ακάθιστος ΄Ύμνος αποτελείται από το περίφημο κοντάκιο, που λειτουργεί ως  προοίμιο, Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια... ενώ άλλοτε προοίμιο ήταν το γνωστό Το προσταχθέν μυστικώς λαβών εν γνώσει... – το οποίο προτάσσεται στις 9 ωδές που προηγούνται των στάσεων των Χαιρετισμών (στην πραγματικότητα 8 αφού ελλείπει η δεύτερη) και από 24 οίκους αλφαβητικούς, σε πλήρη αντιστοιχία με τα γράμματα του αλφάβητου μας. Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με μια αλφαβητική ακροστιχίδα. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο της δομής του ύμνου. Υπάρχουν, όμως, και κάποια άλλα στοιχεία που συναποτελούν μια δομή σφιχτή, άψογα δεμένη, άρτια εκτελεσμένη από μορφικής άποψης, μια δομή η οποία, εν συδυασμώ προς το σημασιολογικό φορτίο οδηγεί σε ένα καλλιτεχνικό αριστούργημα!

Αρχίζοντας από το κοντάκιο ‘Τη Υπερμάχω στρατηγώ...’, βλέπουμε πως αποτελείται από 6 στίχους, οι δύο πρώτοι 14σύλλαβοι ομοτονούντες και οι υπόλοιποι 13σύλλαβοι σε σημαντικό βαθμό ομοτονούντες. Οι περιττοί οίκοι (Α’, Γ’ κλπ), τώρα, έχουν από 18 στίχους ο καθένας, ενώ οι άρτιοι (Β’, Δ’ κλπ) από 6. Οι περιττοί οίκοι χωρίζονται σε 3 μέρη: το διηγηματικό με 5 στίχους, τα Χαίρε με 12 και το ανακλώμενο (εφύμνιο) Χαίρε Νύμφη Ανύμφευτε.  Τα 12 Χαίρε (επί τη βάσει του Χαίρε Κεχαριτωμένη, Λουκ. α’ 28) είναι τοποθετημένα νοηματικά ανά ζεύγη, 6 ζεύγη ανά οίκο.  Έχουμε ούτως 12 οίκους επί 12 χαίρε, ήτοι 144 χαίρε. Θυμίζουμε ότι το 12 είναι ιερός αριθμός. 12 φυλές του Ισραήλ, 12 απόστολοι αλλά και 12 μήνες. Οι άρτιοι οίκοι απαρτίζονται από ένα 5στίχο, πάλι, διηγηματικό μέρος και το ανακλώμενο Αλληλούια (το οποίο ερμηνεύεται ως Αινείτε τον Κύριον).

Το μέτρο του ύμνου είναι ρυθμοτονικό στηριζόμενο στην αρχή της ισοσυλλαβίας και της ομοτονίας, όπως άλλωστε συμβαίνει και με την πλειονότητα των τροπαρίων καθώς από τον 5ο ήδη αιώνα μ.Χ. είναι πολλά τα εκκλησιαστικά άσματα που έχουν συντεθεί με μέτρο καθοριζόμενο από τον αριθμό των συλλαβών και τους τόνους (βλ. Τρεμπέλας, Εκλογή Ορθοδόξου Υμνογραφίας, σελ νζ’). Φαίνεται πως έχουν εγκαταλειφθεί πλέον τα αρχαία προσωδιακά μέτρα, καθώς είχε προ πολλού εκπέσει οριστικά από την προφορά του λαού η αρχαία Ελληνική προσωδία με τη διάκριση ανάμεσα σε μακρά και βραχέα φωνήεντα.

 

Ειδικότερα, οι περιττοί οίκοι διακρίνονται από ισοσυλλαβία και ισοτονία μεταξύ τους, ίδιο δηλαδή αριθμό συλλαβών ανά στίχο και τόνους που ‘πέφτουν’ στα ίδια σημεία ανά στίχο. Έτσι, φερ’ ειπείν, το διηγηματικό τμήμα των γ’ και ε’ οίκων ακολουθούν το μέτρο του Α’ οίκου (Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το χαίρε... ). Ομοίως και οι άρτιοι 6στιχοι οίκοι ακολουθούν το ρυθμοτονικό μέτρο του διηγηματικού μέρους των περιττών στίχων. Βέβαια, όπως συμβαίνει και με την ‘κοσμική’ ποίηση, υπάρχουν εξαιρέσεις, κάποια σημεία όπου έχουμε σπάσιμο της αρχής της ισοτονίας και ισοσυλλαβίας, αφενός για να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο νοηματικό αποτέλεσμα και αφετέρου για να αποφευχθεί η μονοτονία. Το σπάσιμο τούτο του μέτρου υπερβαίνεται από το μουσικό μέλος που παράγει ένα ρυθμικά αρμονικό σχήμα. 

Επειδή το σπουδαιότερο τμήμα του ύμνου είναι οι στίχοι των Χαίρε (στους περιττούς οίκους), ας σταθούμε λίγο σε αυτά από μετρικής άποψης. Κάθε δίστιχο των Χαίρε διακρίνεται από πλήρη ισοσυλλαβία και ομοτονία μεταξύ των στίχων που το απαρτίζουν, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ταυτόχρονα, όμως, έχει ισοσυλλαβία και ομοτονία και με το αντίστοιχο δίστιχο των άλλων περιττών οίκων! Έτσι, π.χ, το πρώτο δίστιχο του Α’ οίκου είναι ισοσύλλαβο και ομότονο με το πρώτο του Η’ οίκου: Χαῖρε, δ' ἧς ἡ χαρὰ ἐκλάμψει,/ χαῖρε, δι' ἧς ἡ ἀρὰ ἐκλείψει (Α’). - Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,/ χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων (Η’). 

Έχουν, λοιπόν, στους 12 οίκους τα 6 ζεύγη των Χαίρε τον εξής αριθμό συλλαβών: 10-10, 13-13, 16-16, 14-14, 11-11, 11-11. Κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στο 5ο ζεύγος του Α’ οίκου (10-11) ή στο 3ο του Γ’ (17-16), δεν διασπούν τη μεγαλειώδη αρμονική εικόνα του ύμνου. 

Ο Ακάθιστος ύμνος από τον οποίο, εξαιρώντας το προοίμιο, έχει χαθεί το μέλος – αν βέβαια είχε μελισθεί, πράγμα πιθανό[ii] - ραψωδείται από (αρχι)ιερέα και όχι από τους ψάλτες, με τον λαό να παρακολουθεί ορθοστάδην, εξ’ ου και ‘Ακάθιστος’. Το πασίγνωστο προοίμιο Τη υπερμάχω στρατηγώ... ψάλλεται σε ήχο πλάγιο δ’.(πριν τις στάσεις αργώς, ενώ μετά τις στάσεις συντόμως). Το περιεχόμενο του απηχεί τη Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο ενώ, συνοψίζοντας, οι οίκοι Α’-Μ’ αποτελούν το λεγόμενο ιστορικό μέρος, ενώ οι υπόλοιποι το θεολογικό και δογματικό.  

 

Λεξιλόγιο

Ο Ακάθιστος Ύμνος χαρακτηρίζεται από λεξιλόγιο θεολογικό, τυπικό της εποχής του και διαμορφωμένου σύμφωνα με τα συγγράμματα των πατέρων της εκκλησίας[iii]. Ο αναγνώστης συναντά κάμποσες ποιητικές, και γενικά εύηχες λέξεις που τέρπουν με τον λυρισμό τους. Κάποιες από αυτές είναι θεολογικές, σπάνιες ή απαντούν για πρώτη φορά εδώ. Αναφέρουμε κάποιες λέξεις προς επίρρωσιν των παραπάνω: αναθάλλω, απειρόγαμος, απογεννώ, άσοφος, αχώρητος, δυσώπισις, ένσαρκος, εξίλασμα, θεοδόχος, θεόληπτος, θεοφόρος, αγλαόκαρπος, άρουρα, εύκαρπος, κοσμήτωρ, κουροτρόφος, πολύρρητος, ποντίζω, αδαπάνητος, δυσανάβατος, ευσκιόφυλλος, θεοδρόμος, κλεψίγαμος, νεουργώ, καινουργείται, νυμφοστόλος, πολυθρήλητος, πολύφθογγος, πολύφωτος, τεχνολόγος (ο δάσκαλος της ρητορικής), ανοικτήριον, φωτοδόχος κ.ά. [iv] Ας αναλογιστούμε εδώ πόσο τέτοιοι ύμνοι θα συνέβαλλαν στην άνοδο του γλωσσικού επιπέδου των μαθητών, αν συμπεριλαμβάνονταν στο αναλυτικό πρόγραμμα σπουδών των σχολείων...

Πριν περάσουμε σε παραδείγματα είναι χρήσιμο να τονίσουμε ότι στην εποχή εκείνη δεν υπήρχε η αντίληψη περί πρωτοτυπίας που διακρίνει εμάς σήμερα, και οι ποιητές, υμνογράφοι κλπ ένιωθαν ελεύθεροι να δανειστούν αυτούσιες εκφράσεις από άλλους συγγραφείς. Στη δική μας περίπτωση, αντλήθηκε αρκετό υλικό από τον Σελευκείας Βασίλειο[v].

 

Σχήματα λόγου

Δεν είναι, όμως, μόνο τα μορφικά και τα λεξιλογικά στοιχεία που γεννούν την ξεχωριστή αυτή γοητεία του ύμνου. Είναι και τα σχήματα λόγου που χρησιμοποίησε ο ποιητής για να ευχαριστήσει την Παναγία, ικετεύσει και δοξολογήσει τον Θεό αλλά και θεολογήσει. Το κείμενο βρίθει μεταφορών, αντιθέσεων, ομοιοκαταληξιών τελικών και εσωτερικών και παρηχήσεων, σχημάτων λόγων που καλλωπίζουν τον ευχαριστήριο ύμνο και προσευχή αλλά αποκαλύπτουν και τη μεγάλη φαντασία του δημιουργού. Με μια απλή ανάγνωση διαπιστώνει κανείς πόσο έξυπνα είναι όλα τούτο δεμένα μεταξύ τους. Δεν θα αναφερθούν όλες τις περιπτώσεις λόγω έλλειψης χώρου αλλά οι ωραιότερες, κατά τη δική μου άποψη.

Αυτούσια παραδείγματα θα δοθούν μόνο στην ενότητα των μεταφορών.

              

Ομοιοκαταληξία

Ι. Εσωτερική

Το κείμενο βρίθει εσωτερικών ομοιοκαταληξιών οι οποίες του προσδίδουν μια ιδιαίτερη ομορφιά. Με την εσωτερική ομοιοκαταληξία στην ποίηση γενικά δένονται στενότερα οι στίχοι μεταξύ τους και ο επόμενος στίχος υπενθυμίζει στον αναγνώστη τον προηγούμενο – όπως βέβαια και με την εξωτερική ρίμα. Μερικές ξεχωριστές περιπτώσεις είναι οι εξής:

δι ής η χαρά ... δι ής η αρά, αστήρ.. γαστήρ, νεουργείται... βρεφουργείται, (Α’ οίκος), θαυμάτων... δογμάτων (Γ’ οίκος), νηδύν... ηδύν (Δ’), εχθρών... θυρών (Η’), ειδώλων ... δόλον (Λ’) Συμεώνος- αιώνος – απατεώνος (Μ’) εμωράνθησαν... εμαράνθησαν (Ρ’), οσμή ...ζωή (Φ’). Παρατηρούμε στο Μ’ τριπλή ρίμα.

 

ΙΙ. Εξωτερική

Στα προηγούμενα παραδείγμα συναντήσαμε και περιπτώσεις εξωτερικής (τελικής) ομοιοκαταληξίας η οποία δεν θα μπορούσε να λείπει από ένα τέτοιο έργο τέχνης. Πρόκειται για το τυπικότερο στοιχείο της παραδοσιακής ποίησης και στα χέρια ικανών τεχνιτών του λόγου δημιουργεία αξιομνημόνευτα ακουστικά αποτελέσματα. Άξια λόγου είναι εν μέσω άλλων τα παρακάτω:

Λογισμοίς... οφθαλμοίς (Α’ οίκος), θαύμα.. τραύμα (Γ’), ευωδίας... ευωχίας (Φ’), ευσεβών... ευλαβών (Ψ’).

 

ΙΙΙ. Μερική ομοιοκαταληξία

Στα παρακάτω αποσπάσματα παρατηρούμε και το φαινόμενο της μερικής ομοιοκαταληξίας, της μη ολικής δηλαδή ηχητικής ομοιότητας των καταλήξεων, όπως εκλάμψει - εκλείψει, κτίσις – κτίστης (Α’ οίκος), πολυθρύλητον – πολυθρήνητον (Γ’ - παράδειγμα υψηλής ποιητικής καλλιέπειας), γνώρισμα – έρεισμα (Η’ οίκος). Υπάρχουν ασφαλώς και άλλα σημεία με τέτοια ρίμα στον ύμνο. Καμιά φορά η μερική ομοιοκαταληξία μπορεί να θεωρηθεί και αδύναμο σημείο ενός ποιήματος. Ωστόσο, οι Χαιρετισμοί αποκαλύπτουν ποιητική δεινότητα εκ μέρους του συγγραφέα, χώρια που αυτή η μερική ρίμα μπορεί να ενταχθεί ως ένα σημείο και στη λογοπαικτική ικανότητα του ποιητή (όπως στο πολυθρήνητον- πολυθρύλητον). Τέλος, σε γενικές γραμμές, αν δεν υπάρχουν ‘παρατραβηγμένες’ περιπτώσεις (δεν υφίσταται τέτοιο πράγμα στον ύμνο μας), δεν βλάπτει το κείμενο η μερική ομοιοκαταληξία αλλά του προσδίσει ποικιλία.

 

ΙV. Λογοπαίγνια (Λογοπαικτικές παρωνομασίες)

Όπως αναφέραμε πριν, ο ποιητής εκδηλώνει και μία λογοπαικτική διάθεση: Κάποιες περιπτώσεις είναι οι εξής: Ηρώδην-ληρώδη (Κ’ οίκος), ειδώλων- δόλον (Λ’ οίκος), φιλοσόφους ασόφους, τεχνολόγους- αλόγους (Ρ’).

 

V. Παρήχηση

Η παρήχηση, η επανάληψη δηλαδή ίδιων συμφώνων σε διαφορετικές λέξεις ιδίως σε τονισμένες συλλαβές, δύναται - ανάλογα με το παρηχούμενο σύμφωνο βέβαια – να προσδώσει μουσικότητα σε ένα ποίημα. Ο Ακάθιστος Ύμνος διακρίνεται από πληθώρα παρηχήσεων. Θα παρατεθούν εδώ κάποιες από τις μουσικότερες περιπτώσεις (κατά την ταπεινή μου άποψη) μολονότι μερικές έχουν ήδη παρουσιαστεί σε προηγούμενα χωρία:

πολυθρύλητον θαύμα (Γ’)

άρουρα ... οικτιρμών, λιμώνα ....αναθάλλεις, θεού... θνητούς (Ε’)

αοράτων .... αμυντήριων, ουράνια συναγάλλεται (Η’) 

αυγή μυστικής, πυρός προσκύνησιν (Ι’)

απάτης πλάνην πατήσασα, ειδώλων δόλων, πέτρα η ποτίσασα, στύλε... σκότει (Λ’)

δικαίου .... δυσώπησις (Ν’)

τεχνολόγους αλόγους, φιλοσόφους ασόφους, ολκάς των θελόντων, λιμήν ...πλωτήρων (Ρ’)

φθορέα των φρενών, παστάς ασπόρου, αμαρτίας αναιρούσα τον ρύπον, λουτήρ εκπλύνων, κρατήρ κιρνών (Τ’)

ψάλλοντες ... έμψυχον (Ψ’)

Το κείμενο εν γένει είναι διαποτισμένο από παρηχήσεις. Τέλος, εν σχέσει και με την παρήχηση, με μια απλή ανάγνωση του ύμνου διαπιστώνει κανείς τη μουσικότητα και το λυρισμό του κειμένου. Φαίνεται ασφαλώς και από τα προαναφερθέντα παραδείγματα. Διαπιστώνεται μάλιστα απ’ άκρη σ’ άκρη ένα παιχνίδισμα με τα ένρινα σύμφωνα λ και ρ (βλ. π.χ. τις αμέσως παραπάνω περιπτώσεις στους οίκους Γ’, Ε’, Η’, Ρ’, Τ’) 

 

VI. Αντιθέσεις – Μεταφορές

Πρόκειται για τα σημαντικότερα και μεγαλειωδέστερα χαρακτηριστικά του Ακάθιστου Ύμνου, την πεμπτουσία των καλολογικών σχημάτων του. Οι αντιθέσεις και οι μεταφορές καθίστανται οχήματα εγκώμιων, ευχαριστιών, δοξολογίας αλλά και βαθιάς θεολογίας. Και τα δύο σχήματα διακλαδίζονται αρμονικά τόσο μεταξύ τους όσο και με τα υπόλοιπα στοιχεία του ύμνου συμβάλλοντας στην αίγλη του. Εξετάζονται σε κοινό τμήμα γιατί έχουν μια αμφίδρομη σχέση υπό την έννοια πως το ένα σχήμα υποβοηθά στη δημιουργία του άλλου και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του άλλου.

Παραθέτουμε κάποιες αντιθέσεις (κάποιες έχουν ήδη δοθεί):

 

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις.
Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς. 
(Α’)
Χαῖρε, Θεοῦ πρὸς θνητοὺς εὐδοκία,
χαῖρε, θνητῶν πρὸς Θεὸν παρρησία
.(Ε’)

Ἤκουσαν oἱ ποιμένες,
τῶν Ἀγγέλων ὑμνούντων,
τὴν ἔνσαρκον Χριστοῦ παρουσίαν
καὶ δραμόντες ὡς πρὸς ποιμένα,
θεωροῦσι τοῦτον ὡς ἀμνὸν ἄμωμον,
ἐν γαστρὶ τῆς Μαρίας βοσκηθέντα,
ἥν ὑμνοῦντες εἶπον
·
Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων.
Χαῖρε, ἀοράτων ἐχθρῶν ἀμυντήριον,
χαῖρε, Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον.
Χαῖρε, ὅτι τὰ οὐράνια συναγάλλεται τῇ γῇ,
χαῖρε, ὅτι τὰ ἐπίγεια συγχορεύει οὐρανοῖς.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐγυμνώθη ὁ Ἅδης,
χαῖρε, δι' ἧς ἐνεδύθημεν δόξαν.
(Η’)

Ἴδον παῖδες Χαλδαίων,
ἐν χερσὶ τῆς Παρθένου,
τὸν πλάσαντα χειρὶ τοὺς ἀνθρώπους
καὶ Δεσπότην νοοῦντες αὐτόν,
εἰ καὶ δούλου μορφὴν ἔλαβεν,
ἔσπευσαν τοῖς δώροις θεραπεῦσαι,
καὶ βοῆσαι τῇ Εὐλογημένῃ ...
(Ι’)

Χαῖρε, ἀνόρθωσις τῶν ἀνθρώπων,
χαῖρε, κατάπτωσις τῶν δαιμόνων
.(Λ’)

Μέλλοντος Συμεῶνος,
τοῦ παρόντος αἰῶνος,
μεθίστασθαι τοῦ ἀπατεῶνος,
ἐπεδόθης ὡς βρέφος αὐτῷ,
ἀλλ' ἐγνώσθης τούτω καὶ Θεὸς τέλειος
διόπερ ἐξεπλάγη σου τὴν ἄρρητον σοφίαν...
(Μ’)

Νέαν ἔδειξε κτίσιν,
ἐμφανίσας ὁ Κτίστης,
ἡμῖν τοῖς ὑπ' αὐτοῦ γενομένοις
ἐξ ἀσπόρου βλαστήσας γαστρός,
καὶ φυλάξας ταύτην,
ὥσπερ ἦν ἄφθορον,
ἵνα τὸ θαῦμα βλέποντες,
ὑμνήσωμεν αὐτὴν βοῶντες...
(Ν’)
Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας ...
(Ξ’)
Ὅλως ἦν ἐν τοῖς κάτω,
καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν,
ὁ ἀπερίγραπτος Λόγος
συγκατάβασις γὰρ θεϊκή,
οὐ μετάβασις τοπικὴ γέγονε,
καὶ τόκος ἐκ Παρθένου θεολήπτου,
ἀκουούσης ταῦτα
·
Χαῖρε, Θεοῦ ἀχωρήτου χώρα,
χαῖρε, σεπτοῦ μυστηρίου θύρα.
Χαῖρε, τῶν ἀπίστων ἀμφίβολον ἄκουσμα,
χαῖρε, τῶν πιστῶν ἀναμφίβολον καύχημα.
Χαῖρε, ἡ τἀναντία εἰς ταὐτὸ ἀγαγοῦσα,
χαῖρε, ἡ παρθενίαν καὶ λοχείαν ζευγνῦσα.
Χαῖρε, δι' ἧς ἐλύθη παράβασις,
χαῖρε, δι' ἧς ἠνοίχθη παράδεισος. 
(Ο’)

Πᾶσα φύσις Ἀγγέλων,
κατεπλάγη τὸ μέγα,
τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως ἔργον
τὸν ἀπρόσιτον γὰρ ὡς Θεόν,
ἐθεώρει πᾶσι προσιτὸν ἄνθρωπον,
ἡμῖν μὲν συνδιάγοντα,
ἀκούοντα δὲ παρὰ πάντων οὕτως...
(Π’)

Ρήτορας πολυφθόγγους,
ὡς ἰχθύας ἀφώνους,
ὁρῶμεν ἐπὶ σοὶ Θεοτόκε
ἀποροῦσι γὰρ λέγειν,
τὸ πῶς καὶ Παρθένος μένεις,
καὶ τεκεῖν ἴσχυσας
ἡμεῖς δὲ τὸ μυστήριο ν θαυμάζοντες,
πιστῶς βοῶμεν
·
Χαῖρε, σοφίας Θεοῦ δοχεῖον,
χαῖρε, προνοίας αὐτοῦ ταμεῖον.
Χαῖρε, φιλοσόφους ἀσόφους δεικνύουσα,
χαῖρε, τεχνολόγους ἀλόγους ἐλέγχουσα.
Χαῖρε, ὅτὶ ἐμωράνθησαν οἱ δεινοὶ συζητηταί,
χαῖρε, ὅτι ἐμαράνθησαν οἱ τῶν μύθων ποιηταί.
Χαῖρε, τῶν Ἀθηναίων τὰς πλοκὰς διασπῶσα,
χαῖρε, τῶν ἁλιέων τὰς σαγήνας πληροῦσα. 
(Ρ’)

Χαῖρε, ἡ τὸν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα,
χαῖρε, ἡ τὸν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα. 
(Τ’)

 

Στα εν λόγω παραδείγματα, όπως και παραπάνω, διακρίνει ο αναγνώστης και πολλές μεταφορές, οι οποίες, μάλιστα, καλύπτουν μεγάλο φάσμα των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Αναφέροντας αρκετά – όχι όλα - παραδείγματα μπορούμε να πούμε πως  έχουμε μεταφορές από:

1) τον φυσικό κόσμο και την αστρονομία:

Χαῖρε, βουλῆς ἀπορρήτου μύστις,
χαῖρε, σιγῆς δεομένων πίστις.
Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον.
Χαῖρε, κλῖμαξ ἐπουράνιε, δι' ἧς κατέβη ὁ Θεός,
χαῖρε, γέφυρα μετάγουσα ἀπὸ γῆς πρὸς οὐρανόν.
Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. 
(Γ’)
Χαῖρε, ἀστέρος ἀδύτου Μήτηρ,
χαῖρε, αὐγὴ μυστικῆς ἡμέρας. 
(Ι’)
Χαῖρε, τὸ ἄνθος τῆς ἀφθαρσίας,
χαῖρε, τὸ στέφος τῆς ἐγκρατείας. 
(Ν’)
Χαῖρε, ἀκτὶς νοητοῦ ἡλίου,
χαῖρε, βολὶς τοῦ ἀδύτου φέγγους.
Χαῖρε, ἀστραπὴ τὰς ψυχὰς καταλάμπουσα,
χαῖρε, ὡς βροντὴ τοὺς ἐχθροὺς καταπλήττουσα.
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύφωτον ἀνατέλλεις φωτισμόν,
Χαῖρε, ὅτι τὸν πολύρρυτον ἀναβλύζεις ποταμόν.
(Φ’)

2) τη θάλασσα και τη ναυτιλία:

Χαῖρε, ὁλκὰς τῶν θελόντων σωθῆναι,
χαῖρε, λιμὴν τῶν τοῦ βίου πλωτήρων.
(Ρ’)
3) την ποιμενική ζωή, τη γεωργία και τη φύση:

Χαῖρε, Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος Μῆτερ,
χαῖρε, αὐλὴ λογικῶν προβάτων. 
(H’)

4) τον γάμο, την οικία, το παλάτι:

Χαῖρε, παστάς ἀσπόρου νυμφεύσεως,
χαῖρε, πιστοὺς Κυρίῳ ἁρμόζουσα.
 (T’)
5) την Παλαιά Διαθήκη:

Χαῖρε, τοῦ πεσόντος Ἀδάμ ἡ ἀνάκλησις,
χαῖρε, τῶν δακρύων τῆς Εὔας ἡ λύτρωσις
. (A’)

Χαῖρε, τὸ τῶν Ἀγγέλων πολυθρύλητον θαῦμα,
χαῖρε, τὸ τῶν δαιμόνων πολυθρήνητον τραῦμα. 
(Γ’)

Χαῖρε, θάλασσα ποντίσασα Φαραὼ τὸν νοητόν,
χαῖρε, πέτρα ἡ ποτίσασα τοὺς διψῶντας τὴν ζωὴν. 
(Λ’)
Χαῖρε, πύρινε στῦλε ὁδηγῶν τοὺς ἐν σκότει,
χαῖρε, σκέπη τοῦ κόσμου πλατυτέρα νεφέλης.
Χαῖρε, τροφὴ τοῦ μάνα διάδοχε,
χαῖρε, τρυφῆς ἁγίας διάκονε.
Χαῖρε, ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας,
χαῖρε, ἐξ ἧς ρέει μέλι καὶ γάλα.
(Λ’)

6) την Καινή Διαθήκη:

Χαῖρε, τῶν Ἀποστόλων τὸ ἀσίγητον στόμα,
χαῖρε, τῶν Ἀθλοφόρων τὸ ἀνίκητον θάρσος. 
( Η)

7) τη δογματική θεολογία:

Χαῖρε, ὕψος δυσανάβατον ἀθρωπίνοις λογισμοῖς,
χαῖρε, βάθος δυσθεώρητον καὶ ἀγγέλων ὀφθαλμοῖς.
Χαῖρε, ὅτι ὑπάρχεις Βασιλέως καθέδρα,
χαῖρε, ὅτι βαστάζεις τὸν βαστάζοντα πάντα. 
(Α’)

Χαῖρε, τῶν θαυμάτων Χριστοῦ τὸ προοίμιον,
χαῖρε, τῶν δογμάτων αὐτοῦ τὸ κεφάλαιον. 
(Γ’)
Ξένον τόκον ἰδόντες,
ξενωθῶμεν τοῦ κόσμου, τὸν νοῦν εἰς οὐρανὸν μεταθέντες
διὰ τοῦτο γὰρ ὁ ὑψηλὸς Θεός,
ἐπὶ γῆς ἐφάνη ταπεινὸς ἄνθρωπος
βουλόμενος ἑλκύσαι πρὸς τὸ ὕψος,
τοὺς αὐτῷ βοώντας
· Αλληλούια. (Ξ’)

 

Εν κατακλείδι, κατά την ταπεινή άποψη του γράφοντος πρόκειται για ένα άρτιο καλλιτεχνικά έργο, επίτευγμα υμνολογικής ποιητικής υψηγορίας και μεγαλειώδους ορθόδοξης χριστιανικής θεολογίας, το οποίο κάθε συνειδητός Χριστιανός είναι καλό και χρήσιμο και ωραίο να μελετά και να το χρησιμοποιεί και ως ευχαριστία - προσευχή. Τα οφέλη του θα είναι πολλά και ο χρόνος του κερδισμένος...



 

[i] Βλ.Κ. Τρυπάνη, Ελληνική Ποίηση, Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, σ. 217

[ii] Βλ. Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’  σελ. 1156

[iii] Βλ. Κ. Μητσάκη, Το Εμψυχούν Ύδωρ,  σελ. 89

[iv] Βλ. Κ. Μητσάκη, ό.π.

[v] Βλ. Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’  σελ. 1152

[vi] Βλ. Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’  σελ. 1152, 1155

 

Βιβλιογραφία

Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, σ. 79-91, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Π.Α. Σιμόπουλος, Ρωμανού του Μελωδού. Κοντάκια Α’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1974

Π. Τρεμπέλα, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

Κ. Τρυπάνης, Ελληνική Ποίηση,  Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1988

Ο Ακάθιστος Ύμνος, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 2007

Ο Ακάθιστος Ύμνος (Οι Χαιρετισμοί στην Παναγία), κείμενο – μετάφραση Ευάγγ. Γ. Καρακοβούνη, γ’ εκδ., εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. Α’, σ. 1147-1165

http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=Ακάθιστος ύμνος&oldid=4729530 (προσπελάστηκε στις 16-08-2014)

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/O_Akathistos_Ymnos.htm 

(προσπελάστηκε στις 16-08-2014)

www.myriobiblos.gr (προσπελάστηκε στις 16-08-2014)
http://www.stougiannidis.gr/kanvn_akathistoy.htm (προσπελάστηκε στις 19-08-2014)

 ----

Η ποιητική του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου:

Μεγαλειώδης συνάντηση υμνογραφίας και ποίησης.

του Βασίλη Κομπορόζου © 2014

 

Ανοίξω τό στόμα μου, καί πληρωθήσεται Πνεύματος,

καί λόγον ερεύξομαι, τή βασιλίδι Μητρί, καί οφθήσομαι,

φαιδρώς πανηγυρίζων, καί άσω γηθόμενος,

ταύτης τά θαύματα. (Ωδή Α’, ειρμός)

 

Δε θα μπορούσε να δηλωθεί με σαφέστερο και διαυγέστερο τρόπο το περιεχόμενου του Κανόνα του Ακάθιστου Ύμνου που προηγείται των τεσσάρων στάσεων των περίφημων Χαιρετισμών στη Θεοτόκο Μαρία[i]. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια σύνοψη του περί τίνος πρόκειται να ακολουθήσει, μια υπέροχη εισαγωγή στα πλαίσια της Ορθόδοξης παράδοσης, όπου τα πάντα πηγάζουν ως δωρεές από την Θεία Χάρη και την αγάπη του Θεού.  

               Ο κανόνας αυτός είναι ένα σύνολο από 9 ωδές, όπως συμβαίνει συνήθως με τους κανόνες[ii], (με τη β’ ωδή να λείπει όπως γίνεται συνήθως!) και ψάλλεται σε ήχο δ’ στα πλαίσια της ακολουθίας των Χαιρετισμών στην Υπεραγία Θεοτόκο, μαζί με το μικρό Απόδειπνο, τις πέντε πρώτες Παρασκευές της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.

               Ο Κανόνας του Ακάθιστου Ύμνου συνιστά μνημείο εγκωμιαστικό, κατανυκτικό, παρακλητικό προς την Παρθένο Μαρία και δοξολογικό – παρακλητικό προς τον Υιό της και Θεό μας Κύριο Ιησού Χριστό, αλλιώς ένα έργο που γεννά γαλήνη και πνευματική αγαλλίαση. Παράλληλα είναι διανθισμένος με δογματικά-θεολογικά σημεία όπως το τροπάριο από την ωδή ε’ Οδόν η κυήσασα,  ζωής χαίρε Πανάμωμε,  η κατακλυσμού της αμαρτίας, σώσασα κόσμον χαίρε Θεόνυμφε...

               Ο κανόνας αυτός είναι έργο δύο εκ των σπουδαιότερων υμνογράφων της εκκλησιαστικής ποίησης, του Ιωσήφ Ξένου του Υμνογράφου κατά τα τροπάρια, και του Ιωάννη Δαμασκηνού κατά τους 7 απ’ τους 8 ειρμούς. Ο ειρμός της ωδής δ’ Ο καθήμενος εν δόξη..., είναι άλλου συγγραφέως[iii]. 

Τα τροπάρια του Ιωσήφ του υμνογράφου έχουν, όπως συμβαίνει συχνά στους κανόνες, ακροστιχίδα: Χαράς δοχείον, σοι πρέπει χαίρειν μόνη. Ιωσήφ – παρατηρούμε ότι η ακροστιχίδα είναι έμμετρη ιαμβική. Οι ειρμοί του Ιωάννη Δαμασκηνού δεν συμμετέχουν σε αυτή. Η παρακολούθηση του κειμένου μαζί με τη μελωδία γεννά όντως χαρά για τη συμβολή της Θεοτόκου στο σχέδιο της λύτρωσης του ανθρώπου και για την αγάπη του Θεανθρώπου προς το πλάσμα Του.

Ο Κανόνας του Ακάθιστου Ύμνου εισάγει, κατά κάποιον τρόπο, τους πιστούς στην κατανυκτική, θριαμβευτική και δεητική ατμόσφαιρα των καθεαυτό Χαιρετισμών, ‘καθεαυτό’ με την έννοια ότι και εδώ για χαιρετισμούς πρόκειται κατ’ ουσίαν. Συγκεκριμένα, στο κείμενο του κανόνα μας ανιχνεύονται 59 χαίρε, κατανεμημένα ως εξής στις 8 ωδές (θυμίζουμε δεν υπάρχει αριθμημένη β’ ωδή): ωδές α’, γ’, δ’ 9 χαίρε, ωδές ε’ και θ’ 11, στ’ 5, ζ’ 4, η’ 1. Η θ’ και τελευταία ωδή είναι η μόνη μάλιστα που διαθέτει και στον ειρμό ένα χαίρε, για την ακρίβεια χαίροις.

               Το μέτρο του κανόνα είναι το σύνηθες των ύμνων, αυτό δηλαδή της ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. Όπως συμβαίνει στην υμνολογία, το μετρικό πρότυπο το δίνει ο ειρμός, επί τη βάσει του οποίου σχηματίζονται τα υπόλοιπα τροπάρια της εκάστοτε ωδής. Υπάρχουν βέβαια και οι αποκλίσεις στο μέτρο χάριν του νοήματος αλλά και της ποικιλομορφίας για την αποφυγή της μονοτονίας. Εξάλλου το μουσικό μέλος, η μελωδία, υπερβαίνει τις οποιεσδήποτε μορφικές λοξοδρομίες. Πάντως, μορφικά ‘άψογες’ από πλευράς συλλαβών είναι οι ωδές δ’ και στ’. Η κάθε ωδή έχει το δικό της μετρικό χαρακτήρα. Όσον αφορά τον αριθμό των τροπαρίων, τώρα, συμπεριλαμβανομένων των ειρμών, οι ωδές α’, γ’και στ’ έχουν από πέντε, ενώ οι υπόλοιπες από 6, σύνολο 45 τροπάρια (37 χωρίς τους ειρμούς).

               Το λεξιλόγιο του ύμνου είναι ποιητικό, αγγίζοντας υψηλές κορφές έκφρασης και φτάνοντας σε δυσπρόσιτα βάθη σημασίας και συντελεί τα μέγιστα στο λειτουργικό – εγκωμιαστικό περιβάλλον στο οποίο εντάσσεται. Σταχυολογούμε εδώ μερικές από τις ποιητικές εκφράσεις που αναφέρονται στη Θεομήτορα σε κάποιες ωδές:

 

Ωδή

 

α’

Ρόδον το αμάραντον, το οσφράδιον του πάντων βασιλέως, απειρόγαμε, ηδύπνοον κρίνον...

γ’

χώρα ανήροτος, του ζώντος ύδατος πηγή ακένωτος, όρθρος φαεινός...

δ’

πίον όρος και τετυρωμένον εν Πνεύματι, λυχνία και στάμνα μάννα φέρουσα, κογχύλη πορφύραν θείαν βάψασα, ακατανόητον βάθος, ύψος άρρητον, σε την πλέξασα τω κόσμω αχειρόπλοκον στέφανον...

ε’

Όρος αλατόμητον, βάθος αμέτρητον, κόχλος η τον Θείον μαργαρίτην προαγαγούσα...

στ’

Παστάς του Λόγου αμόλυντε, των προφητών το περιήχημα, των αποστόλων το εγκαλλώπισμα, ο πόκος ο ένδροσος...

ζ’

όχημα ηλίου του νοητού, άμπελος αληθινή τον βότρυν τον πέπειρον η γεωργήσασα... ράβδος η μυστική άνθος το αμάραντον η εξανθήσασα...

 

Ο Χριστός, εν μέσω άλλων, αποκαλείται:

Ωδή

 

α’

Ρόδον το αμάραντον, μήλον το εύοσμον...

γ’

Στάχυς Θείος, άρτος ζωής, μόσχος άμωμος

δ’

γης το θεμέλιον, αχειρόπλοκος στέφανος...

ε’

ξύλον ζωής, θείος μαργαρίτης

στ’

Δρόσος

ζ’

ήλιος νοητός, βότρυς πέπειρος, άνθος αμάραντον

η’

ζωή ενυπόστατος

 

Όπως παρατηρούμε αμέσως, η μεγάλη πλειονότητα αυτών των εκφράσεων υπάγεται στο σχήμα της μεταφοράς, επί του οποίου ο ποιητής ερείδει τα εγκώμιά του προς την Παρθένο Μαρία, τους χαιρετισμούς του καθώς και τη δοξολογία του προς τον Κύριο. Χώρια λοιπόν από τα παραπάνω, μερικά άλλα σημεία στα οποία έχουμε θαυμάσιες μεταφορές είναι τα εξής:

 

Ωδή

 

α’

Χριστού βίβλον έμψυχον εσφραγισμένην σε πνεύματι... χαίρε χαράς δοχείον...

Αδαμ επανορθωσις χαιρε παρθενε θεονυμφε, του Αδου η νεκρωσις χαιρε παναμωμε, το παλατιον του μονου βασιλεως. Χαιρε θρονε πυρινε του Παντοκράτορος.

Αγνείας θησαύρισμα χαίρε δι ης εκ του πτώματος ημών εξανέστημεν χαίρε ηδυπνοον κρίνον Δέσποινα πιστούς ευωδιάζον. Θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον.

γ’

....χαίρε εμψυχε τράπεζα, άρτον Ζωής χωρήσασα. Χαίρε του ζώντος ύδατος  πηγή ακένωτος Δέσποινα.

Ορθρος φαεινος χαίρε η μονη τον ηλιον φερουσα Χριστον, φωτος κατοικητηριον...

δ’

Ουρανών υψηλοτέρα, χαίρε γής το θεμέλιον,  έν τή ση νηδυϊ 'Αχραντε ακόπως  βαστάσασα. Χαίρε κογχύλη  πορφυραν Θείαν βάψασα, έξ αιμάτων σου, τώ Βασιλεί τών Δυνάμεων.

Σε την πλέξασαν τω κόσμω,  αχειρόπλοκον στέφανον, άνυμνολογούμεν, Χαίρε σοι  Παρθένε κραυγάζοντες,  το φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα καί κραταίωμα, καί ιερόν καταφύγιον.

ε’

Οδον ή κυήσασα,  ζωής χαίρε Πανάμωμε,  ή κατακλυσμου της αμαρτίας, σώσασα κόσμον χαίρε Θεόνυμφε, άκουσμα και λάλημα φρικτόν χαίρε ενδιαίτημα, του Δεσπότου της κτίσεως.

lσχυς καί οχύρωμα, ανθρώπων  χαίρε  'Αχραντε,  τόπε αγιάσματος τής δόξης. νέκρωσις 'Αδου, νυμφών ολοφωτε.  Χαίρε των Αγγέλων χαρμονή χαίρε η βοήθεια, των πιστώς δεομένων σου.

Πυρίμορφον  όχημα,  του Λόγου  χαίρε  Δέσποινα,  έμψυχε  Παράδεισε το ξύλον, έν μέσω έχων ζωής τον Κύριον ου ο γλυκασμός ζωοποιεί, πίστει τούς μετέχοντας, καί φθορά υποκύψαντας.

Εύρυχωρον σκήνωμα, του Λογου χαίρε Αχραντε κοχλος ή τον θείον μαργαρίτην,  προαγαγούσα, χαίρε πανθαύμαστε. πάντων προς Θεόν καταλλαγή, των μακαριζόντων σε, Θεοτόκε εκάστοτε.

στ’

...Χαίρε ή άφλεκτος βάτος, νεφέλη ολόφωτε, η τους πιστούς  απαύστως,  επισκιάζουσα. 

ζ’

...Χαίρε οχημα, Ηλίου  του νοητού· άμπελος άληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον, ή γεωργήσασα, oivov στάζοντα, τον τας ψυχάς ευφραίνοντα, των πιστώς σε δοξαζόντων.

Iατήρα, των άνθρώπων ή κυήσασα  χαίρε Θεονυμφε ή ράβδος ή μυστική, άνθος το αμάραντον, ή έξανθήσασα χαίρε Δέσποινα...

Eύφημεί σε, μακαρίζοντα τά πέρατα, καί άνακράζει σοι Χαίρε ο τομος έν  ώ, δακτυλω έγγέγραπται Πατρός ο Λογος Αγνή....

 

Στα εν λόγω παραδείγματα γίνεται εύκολα αντιληπτός ο λυρισμός του κειμένου (όπως και το παιχνίδισμα ανάμεσα στα υγρά σύμφωνα λ και ρ) που συμβάλλει με τη σειρά του στην ποιητικότητα του κειμένου.

Φυσικά, κάθε ευχαριστηριακός ύμνος είναι και μια προσευχή ταυτόχρονα. Αμιγώς παρακλητικά σημεία προς την Παναγία έχουμε στα τροπάρια ανά ωδή γ’1, στ’4, ζ’ 4,5, η’6, θ’2. Στα στ’4, ζ’5 έχουμε αναφορά σε σωτηρία της Κωνσταντινούπολης από εθχρούς.

Τέλος, οι ειρμοί των ωδών συναντώνται και στο βιβλίο της Παρακλητικής ως ειρμοί στα πλαίσια κανόνων ενός σταυρώσιμου, και ενός σταυρωαναστάσιμου και ψάλλονται στον όρθρο, με τον ειρμό της τελευταίας ωδής ελαφρώς παραλλαγμένο.

Δέον να σημειώσουμε εδώ πως πιστεύεται ότι ο κανόνας αυτός ψαλλόταν στην πανήγυρι του Ιερού Ναού της Παναγίας των Βλαχερνών, στις 15 Αυγούστου, γι’ αυτό άλλωστε στον ειρμό της τελευταίας ωδής γεραίρουν άνθρωποι και άγγελοι την ιερά μετάστασιν της Θεομήτορος. Φαίνεται ότι αργότερα χρησιμοποιήθηκε ο κανόνας μαζί με τις περίφημες Στάσεις των Χαιρετισμών και στον ειρμό της τελευταίας ωδής εδώ γεραίρουν την ιεράν πανήγυριν της Θεομήτορος.

Ανακεφαλαιώνοντας, ο Κανόνας του Ακάθιστου μαζί με τις επακολουθούσες Στάσεις των Χαιρετισμών προσπαθεί να εμφυσήσει στους πιστούς το μέγεθος του μεγαλείου της Παναγίας και το ασύλληπτο της ενανθρωπίσεως του Θεού και του έργου του γενικά ως Θεανθρώπου. Πρόκειται για έργο μεγαλειώδες, με γλώσσα που αγγίζει μεγάλα ύψη ποιητικής υψηγορίας η οποία σε συνδυασμό με τη μελωδία του ύμνου στα πλαίσια της λειτουργικής του χρήσης δημιουργεί στους πιστούς ανάταση, ευφροσύνη και γαλήνη, έξαρση, χώρια βέβαια τα δογματικά του σημεία.

Και μέσα στην κατανυκτική ατμόσφαιρα που υποβάλλει μας καλεί να ψάλλουμε κι εμείς

Νηδύϊ τον Λόγον ύπεδέξω, τον πάντα βαστάζοντα έβάστασας γάλακτι έξέθρεψας, νεύματι τον τρέφοντα  τήν οικουμένην άπασαν, Αγνή ω ψάλλομεν «Τον Κύριον υμνείτε τά έργα, καί ύπερυψούτε, εις πάντας τοϋς αίώνας».

 και...

 Απας γηγενής, σκιρτάτω  τώ πνευματι, λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ,  αϋλων  Νόων,  φύσις γεραίρουσα,  τήν ίεράν πανήγυριν, τής Θεομήτορος, καί βοάτω  Χαίροις παμμακάριστε,  Θεοτόκε  Αγνη  αιειπάρθενε.

ενώ, τέλος, να παρακαλέσουμε τον Ιησού Χριστό:

Φείσαι ο Θεός,  τής κληρονομίας σου,  τάς αμαρτίας  ήμών, πάσας παραβλέπων νύν, είς τούτο έχων,  εκδυσωπούσάν σε, την επί γής άσπόρως σε, κυοφορήσασαν, δια μέγα έλεος θελήσαντα, μορφωθήναι Χριστέ, το Αλλότριον.

 

 

Βιβλιογραφία

Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, σ. 79-91, εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Π.Α. Σιμόπουλος,  Ρωμανού του Μελωδού. Κοντάκια Α’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1974

Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

Κ. Τρυπάνης, Ελληνική Ποίηση,  Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1988

Ευάγγελος Π. Λέκκος (εισαγωγή-επιμέλεια), Η Ακολουθία του Μεγάλου Κανόνος, εκδ. Σαϊτης, χ.χ.

Ευάγγ. Γ. Καρακοβούνης (κείμενο- μετάφραση), Ο Ακάθιστος Ύμνος (Οι Χαιρετισμοί στην Παναγία), γ’ εκδ., εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήνα 2001

Ο Ακάθιστος Ύμνος, εκδ. Παπαδημητρίου, Αθήνα 2007

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. Α’, σ. 1147-1165

http://glt.xyz (πλήρες κείμενο της Παρακλητικής - προσπελάστηκε στις 5-9-2014)

http://el.wikipedia.org/w/index.php?title=Ακάθιστος ύμνος&oldid=4729530 (προσπελάστηκε στις 16-08-2014)

http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/O_Akathistos_Ymnos.htm 

(προσπελάστηκε στις 16-08-2014)

www.myriobiblos.gr (προσπελάστηκε στις 16-08-2014)

http://www.stougiannidis.gr/kanvn_akathistoy.htm (προσπελάστηκε στις 19-08-2014)

 

 



[i] Η εν λόγω ακολουθία συνδεόταν με τη σωτηρία της πόλης από τους Άραβες τον Αύγουστο του 718 – στο παρόν κείμενο δε θα ασχοληθούμε με τα ιστορικά στοιχεία.

 

[ii] Βλ. Μεγάλος Κανόνας, σελ. 3  

 

[iii] Βλ.Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Α’  σελ. 1159

 Παράρτημα

 

Η ακολουθία του Ακάθιστου Ύμνου

από http://www.stougiannidis.gr/kanvn_akathistoy.htm

Ωδή α’

Ανοίξω το στόμα μου και πληρωθησεται πνεύματος και λογον ερευξομαι τη Βασιλιδι μητρι, και οφθησομαι φαιδρώς πανηγυριζων, και άσω γηθόμενος ταύτης τα θαύματα.

Χριστου βιβλον εμψυχον εσφραγισμενην σε πνευματι, ο Μεγας Αρχαγγελος αγνη θεωμενος επεφωνει σοι χαιρε χαρας δοχειον δι΄ης της προμήτορος αρά λυθησεται.

Αδαμ επανορθωσις χαιρε παρθενε θεονυμφε, του Αδου η νεκρωσις χαιρε παναμωμε, το παλατιον του μονου βασιλεως. Χαιρε θρονε πυρινε του Παντοκράτορος.

Ροδον το αμαραντον χαιρε η μονη βλαστησασα, το μηλον το ευοσμον χαιρε η τεξασα το οσφραδιον του πάντων βασιλέως. Χαίρε απειρόγαμε, κόσμου διάσωσμα.

Αγνείας θησαύρισμα χαίρε δι ης εκ του πτώματος ημών εξανέστημεν χαίρε ηδυπνοον κρίνον Δέσποινα πιστούς ευωδιάζον. Θυμίαμα εύοσμον, μύρον πολύτιμον.

 

Ωδή γ’

Τους σους υμνολόγους Θεοτόκε ως ζωσα και αφθονος πηγη θιασον συγκροτησαντας πνευματικον στερεωσον και εν τη θεια δοξη σου στεφανων δοξης αξιωσον.

Στάχυν η βλαστήσασα τον θείον, ως χώρα ανήροτος σαφώς, χαίρε εμψυχε τράπεζα, άρτον Ζωής χωρήσασα. Χαίρε του ζώντος ύδατος  πηγή ακένωτος Δέσποινα.

Δάμαλις τον μόσχον η τεκούσα χαίρε τοις πιστοίς. Χαίρε αμνάς κυήσασα θεού αμνόν το αίροντα κόσμου παντός τα πταίσματα. Χαίρε θερμόν ιλαστήριον.

Ορθρος φαεινος χαίρε η μονη τον ηλιον φερουσα Χριστον, φωτος κατοικητηριον.Χαιρε το σκοτος λυσασα και τους ζοφωδεις δαίμονας ολοτελως εκμειωσασα.

Χαίρε πύλη μόνη ήν ο Λόγος, διώδευσε μόνος, η μοχλούς και πύλας άδου Δέσποινα,τω τόκω σου συντρίψασα χαίρε η θεία εισοδος των σωζομένων πανύμνητε.

 

Ωδή δ’

Ο  καθήμενος εν δόξη επι θρονου θεοτητος, εν νεφελη κούφη, ήλθεν Ιησους ο υπέρθεος, τη ακηράτω παλάμη και διέσωσε τους κραυγάζοντας Δοξα Χριστέ τη δυνάμει σου.

Εν φωναίς ασμάτων πιστει σοι βοώμεν πανύμνητε. Χαίρε πιον ορος και τετυρωμενον εν πνευματι. Χαιρε λυχνια και σταμνε , μαννα φερουσα, το γλυκαίνον τα των ευσεβων αισθητηρια.

Ιλαστήριον του κόσμου, χαίρε άχραντε Δέσποινα  χαίρε κλίμαξ γήθεν, πάντας ανυψώσασα χάριτι χαίρε η γέφυρα οντως, η μετάγουσα, έκ θανάτου πάντας, πρός ζωήν τούς ύμνουντάς σε. 

Ουρανών υψηλοτέρα, χαίρε γής το θεμέλιον,  έν τή ση νηδυϊ 'Αχραντε ακόπως  βαστάσασα. Χαίρε κογχύλη  πορφυραν Θείαν βάψασα, έξ αιμάτων σου, τώ Βασιλεί τών Δυνάμεων.

Νομοθέτην ή τεκούσα, άληθώς χαίρε Δέσποινα,  τον τας ανομίας,  πάντων  δωρεαν  έξαλείφοντα.  Ακατανόητον  βάθος, ύψος άρρητον, απειρόγαμε, δι' ής ημείς εθεώθημεν.

Σε την πλέξασαν τω κόσμω,  αχειρόπλοκον στέφανον, άνυμνολογούμεν, Χαίρε σοι  Παρθένε κραυγάζοντες,  το φυλακτήριον πάντων καί χαράκωμα καί κραταίωμα, καί ιερόν καταφύγιον.

 

Ωδή ε’

Εξέστη τα, σύμπαντα επί τη θεiα δόξη σου σύ  γάρ, απειρόγαμε Παρθένε, έσχες έν μήτρα,  τον επί πάντων Θεόν, καi τέτοκας άχρονον Υιόν,  πάσι τοίς υμνούσι σε, σωτηρίαν βραβεύοντα.

Οδον ή κυήσασα,  ζωής χαίρε Πανάμωμε,  ή κατακλυσμου της αμαρτίας, σώσασα κόσμον χαίρε Θεόνυμφε, άκουσμα και λάλημα φρικτόν χαίρε ενδιαίτημα, του Δεσπότου της κτίσεως.

lσχυς καί οχύρωμα, ανθρώπων  χαίρε  'Αχραντε,  τόπε αγιάσματος τής δόξης. νέκρωσις 'Αδου, νυμφών ολοφωτε.  Χαίρε των Αγγέλων χαρμονή χαίρε η βοήθεια, των πιστώς δεομένων σου.

Πυρίμορφον  όχημα,  του Λόγου  χαίρε  Δέσποινα,  έμψυχε  Παράδεισε το ξύλον, έν μέσω έχων ζωής τον Κύριον ου ο γλυκασμός ζωοποιεί, πίστει τούς μετέχοντας, καί φθορά υποκύψαντας.

Ρωννύμενοι σθένει σου, πιστώς αναβοώμέν σοι  Χαίρε πόλις του Παμβασιλέως, δεδοξασμένα,  καί αξιάκουστα περι ης        λελάληνται σαφώς όρος αλατόμητον, Χαίρε βάθος άμετρητον.

Εύρυχωρον σκήνωμα, του Λογου χαίρε Αχραντε κοχλος ή τον θείον μαργαρίτην,  προαγαγούσα, χαίρε πανθαύμαστε. πάντων προς Θεόν καταλλαγή, των μακαριζόντων σε, Θεοτόκε εκάστοτε.

Ωδή στ’

Την Θείαν ταυτην καί πάντιμον, τελούντες έορτήν  οί θεόφρονες, τής Θεομήτορος, δεύτε τάς χείρας κροτήσωμεν, τον έξ αυτής τεχθέντα, Θεον, δοξάζοντες.

Παστάς του Λόγου άμολυντε,  αιτία της των πάντων Θεώσεως, χαίρε Πανάχραντε, των Προφητών περιήχημα  χαίρε των Αποστόλων,  το  εγκαλλώπισμα.

Εκ σού ή δροσος απέσταξε, φλομον πολυθείας  ή λύσασα όθεν βοώμεν σοι Χαιρε ο ποκος ο ενδροσος ον Γεδεών, Παρθένε,  προεθεάσατο.

Ιδού σοι Χαίρε κραυγάζομεν  λιμήν  ήμίν γενού θαλαττεύουσι,  καί ορμητήριον, έν τώ πελάγει τών θλίψεων, καί τών. σκανδάλων πάντων, του πολεμήτορος.                                                                                       

Χαράς αιτία χαρίτωσον,  ήμών τον λογισμον  του κραυγάζειν σοι Χαίρε ή άφλεκτος βάτος, νεφέλη ολόφωτε, η τους πιστούς  απαύστως,  επισκιάζουσα. 

 

Ωδή ζ’

Ούκ έλάτρευσαν, τη κτίσει οί θεόφρονες, παρά τον κτίσαντα · αλλά  πυρος  άπειλήν,  άνδρείως  πατήσαντες,  χαίροντες εψαλλον «Υπερύμνητε, ο τών Πατέρων Κύριος, καί Θεος εύλογητος ει».

Ανυμνουμέν σε, βοώντες Χαίρε οχημα, Ηλίου  του νοητού· άμπελος άληθινή, τον βότρυν τον πέπειρον, ή γεωργήσασα, oivov στάζοντα, τον τας ψυχάς ευφραίνοντα, των πιστώς σε δοξαζόντων.

Iατήρα, των άνθρώπων ή κυήσασα  χαίρε Θεονυμφε ή ράβδος ή μυστική, άνθος το αμάραντον, ή έξανθήσασα χαίρε Δέσποινα, δι' ης χαράς πληρούμεθα, καί ζωήν κληρονομούμεν.

Ρητορεύουσα, ού σθένει γλώσσα Δέσποινα,  ύμνολογήσαί σε· ύπέρ γάρ τά Σέραφείμ, υψώθης κυήσασα, τον Βασιλέα Χριστόν ον ικέτευε, πάσης νύν βλάβης ρύσασθαι, τους πιστώς σε προσκυνούντας.

Eύφημεί σε, μακαρίζοντα τά πέρατα, καί άνακράζει σοι Χαίρε ο τομος έν  ώ, δακτυλω έγγέγραπται Πατρός ο Λογος Αγνή ον ίκέτευε, βίβλω ζωής τους δούλους σου, καταγράψαι Θεοτοκε.

Ικετεύομεν, οί δούλοι σου καί κλίνομεν  γόνυ καρδίας ήμών· Κλίνον το ους σου `Αγνή, καί σώσον τους θλίψεσι, βυθιζομενους ήμάς, καί συντήρησον, πάσης έχθρών αλώσεως   την σην Πόλιν Θεοτόκε.

 

Ωδή η’

Παίδας ευαγείς εν τη καμίνω, ο τοκος τής Θεοτόκου διεσώσατο, τοτε μέν τυπούμενος νυν δέ ένεργούμενος, τήν οίκουμένην  άπασαν,  άγείρει  ψάλλουσαν «τον  Κύριον  υμνείτε τά έργα, καί υπερυψουτε, εις πάντας τους αιωνας

Νηδύϊ τον Λόγον ύπεδέξω, τον πάντα βαστάζοντα έβάστασαςγάλακτι έξέθρεψας, νεύματι τον τρέφοντα  τήν οικουμένην άπασαν,  `Αγνή ω ψάλλομεν «Τον Κύριον υμνείτε τά έργα, καί ύπερυψούτε, εις πάντας τοϋς αίώνας».

Μωσής κατενόησεν έν βάτω,  το μέγα  μυστήριον  τού τόκου σου   Παίδες  προεικόνισαν,  τουτο  εμφανέστατα,  μέσον πυρός ιστάμενοι, καί μή φλεγόμενοι, ακήρατε αγία  Παρθένε όθεν σε υμνούμεν, είς πάντας τούς αιώνας.

Oι πρώην απάτη γυμνωθέντες,  στολή αφθαρσίας ένεδύθημεν τή κυφορία σου καί οί  καθεζόμενοι, έν σκότει παραπτώσεων, φως κατωπτεύσαμεν, φωτος κατοικητήριον, Κόρη· Οθεν σε υμνούμεν, είς πάντας τούς αiώνας.

Νεκροi διά σου ζωοποιουνται  ζωήν  γάρ  τήν ένυποστατον εκύησας·  ευλαλοι οί  άλαλοι, πρωην χρηματίζοντες λεπροί αποκαθαίρονται, νόσοι διώκονται, πνευμάτων αερίων τα πλήθη, ήττηνται Παρθένε, βροτών η σωτηρία.

Η κόσμω τεκούσα σωτηρίαν, δι' ής απο γης εiς υψος ήρθημεν,   χαίροις παντευλογητε,  σκέπη καί κραταίωμα,  τείχος καί οχύρωμα τών  μελλωδούντων, Αγνη  Τον Κύριον υμνείτε τά έργα, και υπερυψούτε, εις πάντας τους αίώνας.

 

Ωδή θ’

Απας γηγενής, σκιρτάτω  τώ πνευματι, λαμπαδουχούμενος πανηγυριζέτω δέ,  αϋλων  Νόων,  φύσις γεραίρουσα,  τήν ίεράν πανήγυριν, τής Θεομήτορος, καί βοάτω  Χαίροις παμμακάριστε,  Θεοτόκε  Αγνη  αιειπάρθενε.

Ινα σοι πιστοί, το Χαίρε κραυγάζωμεν. Οι διά σού τής χαράς, μέτοχοι γενόμενοι, τής αϊδίου, ρυσαι ήμάς πειρασμου, Βαρβαρικης αλώσεως και πάσης αλλης πληγής,  διά  πλήθος,  Κόρη παραπτώσεων, έπιούσης βροτοίς άμαρτάνουσιν.

Ωφθης φωτισμός,  ημών  καί βεβαίωσις   όθεν  βοώμεν σοι χαίρε αστρον αδυτον,  είσάγον κόσμω,  τον μέγαν "Ηλιον· χαίρε 'Εδέμ ανοίξασα, τήν κεκλεισμένην `Αγνή· χαίρε στύλε, πύρινε είσάγουσα, είς την ανω ζωήν το άνθρώπινον.

Στώμεν εύλαβώς, έν οίκω Θεου ημών, καί εκβοήσωμεν Χαίρε κόσμου Δέσποινα χαίρε Μαρία, Κυρία πάντων ημών· χαίρε η μόνη άμωμος, έν γυναιξί καί καλή χαίρε σκεύος, μύρον το ακένωτον, έπί σέ κενωθέν εισδεξάμενον.

Η περιστερά, ή τον έλεήμονα άποκυήσασα.,  χαίρε άειπάρθενε Οσίων πάντων, χαίρε το καύχημα, τών Αθλητών στεφάνωμα χαίρε άπάντων τε, τών Δικαίων, Θείον έγκαλλώπισμα, καί ήμών των πιστών το διάσωσμα.

Φείσαι ο Θεός,  τής κληρονομίας σου,  τάς αμαρτίας  ήμών, πάσας παραβλέπων νύν, είς τούτο έχων,  εκδυσωπούσάν σε, την επί γής άσπόρως σε, κυοφορήσασαν, δια μέγα έλεος θελήσαντα, μορφωθήναι Χριστέ, το Αλλότριον.

---

 

Θεοτοκάριο Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου: Υμνολογία και Ποίηση στην υπηρεσία της Θεοτόκου                                        

 

Εισαγωγή

Το Θεοτοκάριο είναι ένα βιβλίο λειτουργικό το οποίο περιέχει θεοτοκίους ασματικούς κανόνες, δηλαδή ύμνους προς την Παναγία χωρισμένους σε ωδές (όπως συμβαίνει με τους εκκλησιαστικούς κανόνες), και στους 8 ήχους της Βυζαντινής μουσικής. Το Θεοτοκάριο ψάλλεται ή αναγιγνώσκεται στις μονές κάθε μέρα μετά τον Εσπερινό. Οι κανόνες είναι χωρισμένοι σε έναν για κάθε ημέρα και ήχο. Συνεπώς έχουμε 7 κανόνες για κάθε ήχο, σύνολο 56 κανόνες (7 Χ 8 ήχοι). Άρα, καθένας από τους οκτώ ήχους της βυζαντινής μουσικής έχει το δικό του εβδομαδιαίο λειτουργικό κύκλο. Πρόκειται για σπουδαίο υμνολογικό έργο. ‘Οι Κανόνες του ... διακρίνονται για το θεολογικό, μουσικό και ποιητικό τους μεγαλείο’.[i]

Μορφή

               Οι κανόνες διέπονται από μορφική αρμονία. Όλοι έχουν 9 ωδές, με τη β’ να λείπει όπως γίνεται συνήθως, άρα στην πραγματικότητα είναι 8 οι ωδές. Μετά τη στ’ ωδή υπάρχει πάντοτε ένα θεοτοκίο, κάθισμα προσόμοιο του ίδιου ήχου, δηλαδή ένα τροπάριο (η στροφή, θα λέγαμε, της εκκλησιαστικής ποίησης) στον ήχο του συγκεκριμένου κανόνα. Αντίθετα με την πάγια συνήθεια, οι ωδές εδώ δεν έχουν ειρμό (το αρχικό τροπάριο που δίνει το μέτρο και το μουσικό ρυθμό) με εξαίρεση την η’ ωδή, στο τέλος της όμως. Κάθε κανόνας τελειώνει με τέσσερα προσόμοια τροπάρια του αυτού ήχου, από τα οποία τα τρία πρώτα είναι πάντοτε χαιρετισμοί προς τη Θεοτόκο και το μεγαλείο της ως μητέρας του Θεού και το τελευταίο μια δέηση προς εκείνη. Η γλώσσα προσεγγίζει και εδώ όπως και σε αρκετές από τις ωδές λιμένες ποίησης μεγάλου ύψους και βάθους. Πρόκειται για ένα ευχαριστηριακό και πανηγυρικό κλείσιμο στον κάθε κανόνα.

 Όλες οι ωδές, τώρα, όλων των κανόνων έχουν από 4 τροπάρια η καθεμιά, με εξαίρεση 3 ωδές: ωδή θ’, ήχος α’ Τετάρτη· ωδή θ’, ήχος β΄, Σάββατο· ωδή ζ’, ήχος δ’, Τρίτη. Τέλος, οι 27 από τους 56 κανόνες έχουν ακροστιχίδα.

               Ιδιαίτερη μορφή και χαρακτήρα έχει ο πρώτος κανόνας του όλου έργου, δηλαδή ο α’ του α’ ήχου. Όπως εξηγεί στο ποίημα του αυτό, ο Θεόδωρος Στουδίτης, (εκ των μεγαλυτέρων μορφών της Ορθόδοξης υμνογραφίας), στο πρώτο τροπάριο κάθε ωδής ο αμαρτωλός δέεται προς τη Θεοτόκο, στο δεύτερο τροπάριο κάθε ωδής η Θεοτόκος δέεται προς τον Χριστό, στο τρίτο ο Χριστός αποκρίνεται στη Μητέρα Του, ενώ στο τέταρτο τροπάριο η Θεοτόκος αποκρίνεται στον αμαρτωλό μεταβιβάζοντας την απάντηση του Υιού της. Ο εν λόγω κανόνας διακρίνεται από δραματικότητα στα πλαίσια της οποίας βαθμηδόν ο πιστός πετυχαίνει την άφεση των αμαρτιών του ενώ η Παναγία τον συμβουλεύει πλέον να προσέχει να τελέσει με θεάρεστο τρόπο τον υπόλοιπο βίο του, ώστε να απολαύσει την τρυφή την εύκλειαν του Παραδείσου, την ουδ’ όλως λήξιν έχουσαν (ακροτελεύτιος στίχος του πρώτου κανόνα του όλου έργου).

Οι ειρμοί, τώρα, συνήθως επαναλαμβάνονται από 2 μέχρι και 6 φορές μάλιστα. Καταμέτρησα στο σύνολό τους 22 ειρμούς, εκ των οποίων οι 13 αναφέρονται στους 3 παίδες εν καμίνω, στη Βαβυλώνα επί Ναβουχοδονόσορα (η θαυμαστή σωτηρία τους μέσα στις φλόγες θεωρείται προτύπωση της υπερφυούς σύλληψης του Χριστού).

Συγγραφείς των κανόνων του Θεοτοκάριου 

Ο Όσιος Νικόδημος, μολονότι συνέγραψε και ο ίδιος πληθώρα θεοτοκίων κανόνων, δεν συμπεριέλαβε κανέναν στο Θεοτοκάριο που επιμελήθηκε, προφανώς λόγω της μεγάλης ταπεινοφροσύνης  του. Όσον αφορά δε τους 22 υμνογράφους των κανόνων,  τους αναφέρει στον πρόλογό του με εκφράσεις λυρικότατες όπως: Ανδρέας ο Κρήτης ο αρχηγός των μελωδών απάντων και Κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού Αηδών.κλπ ενώ τέλος, υπάρχει και μια γυναίκα στους συνθέτες των ύμνων, η Θέκλα (γλυκυτάτη Ηχώ κατά των Νικόδημο).

Όπως τονίζει στον πρόλογο του Θεοτοκάριου του ο Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης[ii], ο ιερός Νικόδημος συνέλεξε τους κανόνες από διάφορες βιβλιοθήκες, ενώ έργο δικό του είναι τα καθίσματα και τα καταληκτικά προσόμοια.

Μέτρο των κανόνων

Το έργο έχει γραφεί με βάση το λεγόμενο ρυθμοτονικό μέτρο της ισοσυλλαβίας και ομοτονίας. (Τα τροπάρια κάθε ωδής έχουν τον ίδιο αριθμό στίχων μεταξύ τους, και τον ίδιο αριθμό συλλαβών ανά στίχο. Ταυτόχρονα οι γραμματικοί και οι ρυθμικοί τόνοι πέφτουν στις ίδιες συλλαβές. Το μέτρο σε κάθε ωδή το δίνει το πρώτο τροπάριο, ο ειρμός. Προφανώς, λειτουργεί ως ειρμός στο Θεοτοκάριο η ά στροφή κάθε ωδής (εξαίρεση η η’ ωδή, όπως είπαμε). Από μια μελέτη στις α’ ωδές 22 κανόνων – μία από καθέναν από τους 22 ποιητές - διαπιστώνεται ότι τηρείται εν μέρει το σχήμα της ισοσυλλαβίας και ομοτονίας (καλύτερα ισοτονίας εδώ, δηλαδή, ίδιος αριθμός τόνων ανά στίχο). Βλέπουμε, όθεν, επί το πλείστον ωδές όπου ένα τροπάριο έχει μία μόνο συλλαβή λιγότερη, (όπως του α’ ήχου Σαββάτου, Κυριακής, κλπ), αλλά και ωδές με ένα ή δύο τροπάρια που έχουν έναν ή δύο στίχους λιγότερους, (όπως στον δ’ ήχο  της Τρίτης κλπ). βλ. αναλυτικότερα στην προαναφερθείσα ιστοσελίδα.

Υπάρχουν, εν τούτοις και ωδές (ασχολούμενοι πάντα με την α’ ωδή κάθε κανόνα) με πλήρη ισοσυλλαβία: αυτή της Πέμπτης, ήχος α’ (του Ιωάννη Δαμασκηνού), της Παρασκευής, ήχος β’ (Αθανασίου Κωνσταντινουπόλεως του Νέου),  της Τετάρτης, ήχος πλ.β’ (Νικολάου Κατασκεπηνού), της Πέμπτης, πλ.β’ (Παύλου Αμορίου). Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και στα καταληκτικά προσόμοια. Απόλυτες περιπτώσεις ισοσυλλαβίας έχουμε στην Τρίτη και Παρασκευή, ήχος α’, κλπ

Ποιητικές εκφράσεις

Το Θεοτοκάριο χαρκτηρίζεται από λεξιλογικό πλούτο. Λέξεις απλές ή σύνθετες, φράσεις ποικίλες που αξιοποιούν στο έπακρο τις δυνατότητες της Ελληνικής γλώσσας όπως έχει διαμορφωθεί στο πέρασμα των αιώνων, με έμφαση βέβαια σε αρχαία και αρχαιοπρεπή λήμματα. Η ποικιλία, η δραματικότητα, η υψηγορία και το σημασιολογικό βάθος αναδεικνύονται σε πολλές ωδές καθώς και στα προσόμοια τροπάρια, εκείνα που όπως προείπαμε χαιρετίζουν την Θεοτόκο. Το έργο είναι εμποτισμένο φυσικά με μεταφορές όπως τόσοι και τόσοι εκκλησιαστικοί ύμνοι, στοχείο που καλλωπίζει το έργο.

 

Ανάμεσα στα άλλα, λοιπόν, η Θεοτόκος Παρθένος υμνολογείται στις ωδές ως:

Λυχνία χρυσαυγής του ηλίου της δόξης· λαμπάς λευκοφαής του φωτός του αδύτου, Κάθισμα, ήχος α’, Δευτέρα

Θείον ... ακηλίδωτον έσοπτρον, ωδή δ’, ήχος α’, Τρίτη

Φωτοφόρον σκήνωμα Θεού..., ωδή η’, ήχος α’, Τετάρτη

...γηραιών η βακτηρία, ωδή δ’, ήχος α’, Παρασκευή

(Χαίρε) πορφυρίς βασιλική αγλαόχρυσε..., ουρανέ κατάστερε, ωδή θ’, ήχος α’, Παρασκευή

Κρήνην προχέουσα νάμα, τοις πιστοίς σωτηρίας, ωδή θ’, ήχοςβ’, Δευτέρα

...παναγίαν κιβωτόν, ωδή η’, ήχος β’, Τρίτη

κρίνον ... κοκκοβαφές, ρόδον εύοσμον..., ωδή ζ’, ήχος γ’, Δευτέρα

... Χριστόν αρτοποιούσαν εν σπλάγχνοις...., ωδή δ’, ήχος γ’, Τετάρτη

.. χελιδών... ηδύλαλος, ωδή δ’, ήχος γ’, Παρασκευή

Εργαστήριον των δύο της ενώσεως φύσεων..., ωδή δ’, ήχος δ’, Τρίτη

Ακενώδυνον ....ιατρείον..., ωδή δ’, ήχος δ’, Τετάρτη

...φυτόν ευθαλέστατον, κλέος των Παρθένων.., ωδή ε’, ήχος πλάγιος α’, Πέμπτη

...το κύδος... των αληθώς τιμώντων σε, μητέρων αγλάισμα, ωραίον και πάντιμον... ,ωδή στ’, ήχος πλ. α’, Παρασκευή

Δαβιτικόν ...άρμα... , του Μωσέως πλαξ θεόγραφος,...  χάρμα του κόσμου... , ωδή θ’, ήχος πλ.β’, Σάββατο

Σταγών καθάπερ ο επουράνιος, τη ση γαστρί Παρθένε υετός καταβέβηκε..., ωδή θ’, ήχος πλ.β’, Τρίτη

Εύοσμον οία ρόδον και καθαρώτατον κρίνον..., ωδή α’, ήχος βαρύς, Σάββατο

Πολυανθής λειμών..., ωδή δ’, ήχος βαρύς, Σάββατο

Η παμφαής και χαροποιός και ρυπτική των μολυσμάτων... εργάτις ευφρόσυνος..., ωδή δ’, ήχος βαρύς, Τετάρτη

....το καθαρόν και λαμπρόν και φωτοφόρον του Ιησού παλάτιον, ωδή η’, ήχος βαρύς, Πέμπτη

Η ουρανώσασα ημών την γεώδη ουσίαν..., ωδή α’, ήχος βαρύς, Παρασκευή

Ομβροτόκον νεφέλην,ύδωρ επιρραίνουσαν της επιγνώσεως, και τους εκτακέντας, αγνωσίας φλογμώ και εκλείποντας, αναψυχούσαν ..., ωδή ε’, ήχος πλ. δ’, Σάββατο

Παραθέτουμε και κάποιες εκφράσεις υμνολογικής ευωχίας από τα προσόμοια προς την Παναγία:

...έμψυχον παλάτιον και φωτοφόρον,... θεία σκέπη,... οικουμένης αγαλλίαμα,... λειμών ο ευθαλής και ευώδης,... κυπρίζουσα άμπελε, ελαία κατάκαρπε,... η μυρίπνοος Θεού φυταλιά,... σύνδενδρον και ευσκιόφυλλον όρος..., ήχος α’, Κυριακή

...η μεγάλη και λαμπρά άρκτος άρκτος η επτάστερος κόρη..., ήχος β’, Δευτέρα

. της αγάπης της διπλής πλάτος αδιόριστον Κόρη, και βάθος άπειρον, της θείας σαρκώσεως θεολογίας τε,ύψος απερινόητον προορισμού θείου, μήκος προαιώνιον Υπεραγία σεμνή· χαίρε ακρωτήριον όντως, της καλής ελπίδος Παρθένε...., ήχος β’, Τετάρτη.

... της ακτίστου και κτιστής φύσεως μεθόριον..., ήχος β’, Παρασκευή

...αύλων αγγέλων ευπρέπεια..., κάλλος πάγχρυσον και πολυέραστον..., πυρίμορφε του Κυρίου καθέδρα..., ο μέγας εν μικρώ κόσμος, ήχος γ’, Τρίτη

 πάγκαλλον ωράισμα του κόσμου... και ανέδρευτον έρκος..., ήχος γ’, Πέμπτη

...ξένου και φρικτού μυστηρίου φανέρωσις..., πενήτων προμήθεια, ήχος γ’, Παρασκευή

...φεραυγής χελιδών..., ήχος πλ. α’, Δευτέρα

... υψηλοτάτη και ευώδης κυπάρισσος, εις ύψος της θεωρίας, ευθυπορούσα Θεού,... περιστερά ηργηρωμένη και άχολος... τρυγών η φιλήσυχος,... η γλυκυτάτη χελιδών... αηδών λιγυρόφθογγος, ήχος πλ. α’, Πέμπτη

...στακτή η ευωδεστάτη... κιννάμωμον τίμιον, ήχος βαρύς, Κυριακή

...ροδωνιά η ηδύπνοος... κουφοτάτη νεφέλη, ήχος βαρύς, Τετάρτη

...η  βύσσος η λευκοτάτη και κεκλωσμένη... Χαρίεν χωρίον της των προπατόρων αναίρεσις... το εύκρατον χαίρε, και γαληνόν πνεύμα, ζεφύριος αύρα, πνοήν τε αναψύχουσα, λεπτόν τε Πανάχραντε, και ηδύ ψιθύρισμα, και διασυρίζον... , ήχος βαρύς, Παρασκευή

...παγκόσμιον καύχημα, ήχος πλ.δ’, Σάββατο

Χαρακτήρας του έργου

Το έργο στο σύνολό του διακρίνεται από κατάνυξη, ζώσα πίστη, μετάνοια, συντριβή, αγωνία, θρηνωδία αλλά και πάνω απ’ όλα, ελπίδα, αισιοδοξία και εμπιστοσύνη στη συνδρομή της Παναγίας και στη Θεία Χάρη. Είναι πράγματι ένας Στέφανος της Αειπαρθένου, όπως επισημαίνει ο συντάκτης του Νικόδημος ο Αγιορείτης[iii], γεμάτος άνθη από μελίρρυτους κανόνες, μια σπουδαία στιγμή της παρακλήσεως και της ευγνωμοσύνης των ανθρώπων προς την Παναγία και τον Υιό της. Ξεχωριστά κάθε ωδή, έχει ποιητική αξία, μερικές μάλιστα ωδές αποτελούν ένα θεσπέσιο αμάλγαμα πίστης και ποίησης.

Εν κατακλείδι, όπως και με τα υπόλοιπα υμνογραφικά έργα της εκκλησίας, συνίσταται να μελετά ο πιστός το Θεοτοκάριο τόσο ως ευχαριστία και δέηση προς τον Θεό και την Θεοτόκο όσο και ως γλυκιά παραμυθία για την ψυχή του. Ας μην λησμονούμε άλλωστε πως οι εν χρήσει ύμνοι της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας έχουν γραφεί από ψυχές αγιασμένες από το Άγιο Πνεύμα και εμποτισμένες από τη Θεία Χάρη, το οποίο αποτελεί ακλόνητα διαπιστευτήριο για την ωφέλεια και την αξία τους.

 Με δυσκολία επιλογής λόγω του όγκου του έργου και του κάλλους πολλών σημείων του, παραθέτουμε αυτούσια λίγα από τα ωραιότερα, κατά τη γνώμη μας,  τροπάρια του α’ ήχου:

Σύνες εύσπλαχνε Υιέ, σης μητρός εκδυσωπώ· ο προστρέχων επ’ εμέ, χρηστών έργων απορεί, και κράζει μοι· ουκ έχω πλην σου ελπίδα Δέσποινα.  (Άγιος Θεόδωρος Στουδίτης, ωδή στ’, Σάββατο),

Νόμους του Θεού ηθέτησα, και αμαρτίας νόμω αυτόν εδούλωσα, νόμω του νοός, ουχ υποκύψας ο άθλιος, η τους νόμους λαθούσα της φύσεως, εν τω σεπτώ σου τόκω, νόμους σαρκός μου καθυπόταξον. (Άγιος Ανδρέας Κρήτης,ωδή θ’ Κυριακή)

Θείον σε νοούμεν, ακηλίδωτον έσοπτρον, ως δεξαμένη την αυγήν, της θεϊκής μαρμαρυγής, και ταύτην αστράψασα, σωματικώς παντί τω κόσμω Πανύμνητε, προς σωτηρίαν των υμνούντων σε.  (Άγιος Ιωάννης Ευχαϊτών, ωδή δ’ Τρίτη)

Γαλήνη νοητή συ με προσόρμισον, την ζάλην και τον τάραχον, των παθών μου κατευνάζουσα σεμνή, και την τρικυμίαν εκδιώκουσα των ηδονών, η την γαλήνην την θείαν τέξασα.(Φώτιος Αγιώτατος Πατριάρχης Κων/πόλεως, ωδή ζ’ Τετάρτη)

Τη ράβδω της θείας σου ροπής, την άνικμον καρδίαν μου, αναστομώσασα δακρύων πηγάς, εκβλύζειν και ποταμούς, Θεοτόκε ποίησον· δι ων μολυσμού της αμαρτίας, αποπλυθείσα φαιδρά, τω Υιώ τω σω εποφθήσεται.  (Ιωάννης Δαμασκηνός, ωδή δ’, Παρασκευή)

Δίδονται, τέλος, αυτούσια και μερικά προσόμοια, (έργα του Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου)

Χαίροις Παρθενομήτωρ σεμνή, περιστερά ηργυρωμένη και άχολος, η Πνεύματος του αγίου, χάρισιν όλαις αγνή, περιχρυσουμένη τα μετάφρενα·  τρυγών η φιλήσυχος, και Παρθένος και φίλαγνος· η γλυκυτάτη, χελιδών το της χάριτος, έαρ ήδιστον, εκ χειμώνος η φέρουσα· όρνις η κελαδήσασα, και κόσμω πιστώσασα, θείαν ενσάρκωσιν Λόγου, ως αηδών λιγυρόφθογγος· Θεού χαίρε Μήτηρ, του παρέχοντος τω κόσμω το μέγα έλεος.  (πλ.α’, Πέμπτη),

Δος μοι διανύειν τον βίον μου, διά πάντων των σεπτών, του σου Υιού μακαρισμών, του πτωχεύειν τω νοϊ, πενθείν πραῢνεσθαι πεινήν, διψήν τε μετ’ εφέσεως το δίκαιον· υπάρχειν, καθαρόν και ελεήμονα· ποιείν ειρήνην διώκεσθαι, υπέρ Θεού Παναμώμητε· και χαίρειν με, επί τούτοις αγαλλόμενον. (πλ. δ’, Δευτέρα)

Βιβλιογραφία:

· Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Θεοτοκάριον, Έκδοσις Βιβλιοπωλείου ‘Άγιον Όρος’, Αθήναι 2002

· Μοναχός Νικόδημος Αγιορείτης (επιμ.), Στέφανος της Αειπαρθένου, ήτοι Θεοτοκάριον, Νέον Ποικίλον και Ωραιότατον Οκτώηχον, Εκ της πατριαρχικής του Γένους Τυπογραφίας, Εν Κωνσταντινουπόλει 1849,

   όπως παρατίθεται αναρτημένο στο http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/0/6/3/metadata-271-0000003.tkl (προσπελάστηκε στις 26-08-2014) ΟΚΤΩ ΗΧΟΥΣ ΠΡΟΣ Ν ΥΠΕΡΑΓΙΑΝ Ν

· Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (επιμ.?), Θεοτοκάριον, ιδιωτική έκδοση,   1992

· Π. Τρεμπέλα, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

·  ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ στο

 http://www.apostoliki-diakonia.gr/byzantine_music/index_gr.asp (προσπελάστηκε στις 5-

    9-2014)



[i] ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗ ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΜΟΥΣΙΚΗ στο http://www.apostoliki-diakonia.gr/byzantine_music/index_gr.asp

[ii] Μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης (επιμ.?), Θεοτοκάριον, ιδιωτική έκδοση, 1992, πρόλογος

[iii] Στέφανος της Αειπαρθένου : ήτοι Θεοτοκάριον νέον ποικίλον και ωραιότατον Οκτώηχον. Περιέχον εξηκονταδύω κανόνας προς την Υπεραγίαν Θεοτόκον / Μελουργηθέντας υπό εικοσιδύω ιερών και θεσπεσίων Μελωδών εκ του Αγίου ¨Ορους χειρογράφων βίβλων, μετά σπουδής και πόνων πολλών συναχθέν, και μετ' επιμελείας διορθωθέν εξεδόθη παρά Νικοδήμου Μοναχού του Ναξίου....Υπό δε της Πατριαρχικής Εκκλησιαστικής Κεντρικής Επιτροπής επικριθέν εξεδόθη υπό Γ. Μουσαίου. Εισαγωγή σε Μοναχός Νικόδημος Αγιορείτης (επιμ.) Στέφανος της Αειπαρθένου, ήτοι Θεοτοκάριον, Νέον Ποικίλον και Ωραιότατον Οκτώηχον, ό.π.

 

---- 

Μέγας Κανών Ανδρέου Κρήτης: Μέγα μνημείο υμνολογίας

 

Του Βασίλη Κομπορόζου, καθηγητή Αγγλικών – μεταφραστή

 

Εγγίζει ψυχή το τέλος, εγγίζει και ου φροντίζεις,

ουχ ετοιμάζει· ο καιρός συντέμνει, διανάστηθι·

εγγύς επί θύραις ο κριτής εστιν· ως όναρ, ως άνθος ο χρόνος

του βίου τρέχει· τι μάτην ταραττόμεθα;

 

Σε προηγούμενα άρθρα δημοσιευμένα στο Μαχητή είχαμε αναφερθεί στο ποιητικό υμνολογικό είδος του κανόνα ως συστατικό στοιχείο της εκκλησιαστικής ποίησης η οποία βέβαια γράφεται για συγκεκριμένο σκοπό, αυτόν της χρήσης του στη Θεία Λειτουργία και τις διάφορες ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

               Ο Μεγάλος Κανόνας ψάλλεται αφενός τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α’ εβδομάδος των Νηστειών και αφετέρου ολόκληρος το βράδυ της Τετάρτης της Ε’ εβδομάδας, αν  και εντάσσεται κανονικά στον όρθρο της Πέμπτης που ακολουθεί (ανήκει, δηλαδή, στην Πέμπτη της πέμπτης εβδομάδας της Τεσσαρακοστής). Το γιατί ψάλλεται τότε το εξηγεί το παρέμβλητο στη στ’ ωδή πεζό κείμενο το οποίο παρουσιάζει με λυρισμό τα βασικά σημεία της συγγραφής του έργου και του δημιουργού του: Επειδή γαρ προς το τέλος εγγίζει η αγία Τεσσαρακοστή, ίνα μη οι άνθρωποι, ράθυμοι γεγονότες, προς τους πνευματικούς αγώνας αμελέστερον διατεθώσι, κια του σωφρονείν καθάπαξ εν πάσιν απόσχοιντο...

              

Λίγα λόγια για τον άγιο Ανδρέα Κρήτης, δημιουργό του Μ. Κανόνα

Ο άγιος Ανδρέας γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ.Χ. Ευρείας παιδείας, θεολογικής και θύραθεν, μόνασε στην περίφημη μονή του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα. Το 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης. Βοηθώντας και εμψυχώνοντας το ποίμνιό του, διακονώντας με τα ίδια του τα χέρια τους ασθενείς και υποστηρίζοντας την προσκύνηση των αγίων εικόνων κατά την τρικυμιώδη περίοδο της εικονομαχίας, υπήρξε ταυτόχρονα και μέγας ρήτορας, υμνογράφος και συγγραφέας λόγων, ως επί το πλείστον εγκωμιαστικών. Αφιέρωσε πληθώρα ύμνων στις εορτές της Υπεραγίας Θεοτόκου. Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου. Ο Ανδρέας Κρήτης θεωρείται και ο δημιουργός του ποιητικού είδους του κανόνα. Συνέταξε περί τους εκατό ύμνους του αυτού είδους ενώ ο αποκαλούμενος Μέγας Κανόνας είναι ίσως  το τελευταίο του έργο και το μέγιστο υμνολογικό του κατόρθωμα.

Λέγεται δε Μέγας Κανών, ίσως αν τις είποι, (όπως εξηγεί το πεζό τμήμα στη στ’ ωδή) και κατ’ αυτάς τας εννοίας, και τα ενθυμήματα· ... και .... ούτος εις διακόσια και πεντήκοντα πρόεισιν, ενός εκάστου άρρητον αποστάζοντος ηδονήν... Βλέπουμε λοιπόν αντί για 30 τροπάρια που έχουν συνήθως οι κανόνες, ο συγκεκριμένος έχει 250, ένα για κάθε στίχο των 9 ωδών του Ψαλτηρίου. Ψάλλεται, τέλος, σε ήχο πλ.του β’, ένας ‘ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής’ (στο www.agiameteora.net)    

 

Περιεχόμενο του Μ. Κανόνα

Το έργο καλύπτει όλα τα βασικά γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης εκτεινόμενο μέχρι και την Καινή. Και συνιστά αφενός ένα θρήνο για την πτώση του ανθρώπου στην αμαρτία και τη φθορά, όπως δηλώνεται από το πρώτο ήδη τροπάριο της α’ ωδής: Πόθεν άρξομαι θρηνείν, τας του αθλίου μου βίου πράξεις; Ποίαν απαρχήν επθήσω Χριστέ, τη νυν θρηνωδία; Αλλ’ ως εύσπλαχνος μοι δος, παραπτωμάτων άφεσιν.

Πρόκειται για μια οδύνη σε πρώτο πρόσωπο καθιστώντας το μήνυμα αμεσότερο, καθώς όλοι οι άνθρωποι είμαστε αμαρτωλοί και ως τέτοιοι ταυτιζόμαστε με τον Αδάμ και την Εύα (βέβαια δεν υπάρχουν ενδείξεις ο ποιητής να παρέκλινε από το δρόμο του Θεού σε κάποια στιγμή της ζωής του):

Τον πρωτόπλαστον Αδάμ, τη παραβάσει παραζηλώσας, έγνων εμαυτόν, γυμνωθέντα Θεού, και της αϊδίου, βασιλείου τρυφής, δια της αμαρτίας μου. (ωδή α’)

Οίμοι τάλαινα ψυχή! Τί ωμοιώθης τη πρώτη Εύα; Είδες γαρ κακώς, και ετρώθης πικρώς, και ήψω του ξύλου, και εγεύσω κακώς, της παραλόγου βρώσεως (α’).

Αντί Εύας αισθητής, η νοητή μου κατέστη Εύα, ο εν τη σαρκί, εμπαθής λογισμός, δεικνύς τα ηδέα, και χορτάζων με αεί, της ιοβόλου βρώσεως (α’).

Γυμνός ειμί του Νυμφώνος, γυμνός ειμί και του γάμου, άμα και δείπνου· η λαμπάς εσβέσθη ως ανέλαιος·  η παστάς εκλείσθη μοι καθεύδοντι· το δείπνος εβρώθη· εγώ δε χείρας και πόδας, δεθείς έξω απέρριμαι.  (δ’)

 

Αποτελεί παράλληλα και ένα σάλπισμα ελπίδας για μετάνοια με βραβείο τον ουράνιο ατελεύτητο Παράδεισο:

Μετανοίας ο καιρός, προσέρχομαι σοι τω Πλαστουργώ μου· Άρον τον κλοιόν, απ’ εμού τον βαρύν, τον της αμαρτίας, και ως εύσπλαχνος μοι δος, παραπτωμάτων άφεσιν (ωδή α’).

Συ εί ο γλυκύς Ιησούς, συ ει ο Πλαστουργός μου, εν σοι Σωτήρ δικαιωθήσομαι. (ωδή γ’)  

Πηγήν ζωής κέκτημαι, σε του θανάτου τον καθαιρέτην, και βοώ σοι εκ καρδίας μου, προ του τέλους· Ήμαρτον, ιλάσθητι, σώσον με. (ωδή γ’)

Κρατήρα η εκκλησία, εκτήσατο την πλευράν σου την ζωηφόρον, εξ’ης ο διπλούς ημίν εξέβλυσε, κρουνός της αφέσεως και γνώσεως, εις τύπον της πάλαι, της νέας, των δύο άμα, διαθηκών Σωτήρ ημών (δ’)

 

Βαθύς γνώστης της Αγίας Γραφής, ιδίως της Π.Δ., ο Ανδρέας Κρήτης συντρίβεται πνευματικά, πονά αλλά και διαμέσου της θρηνωδίας εγείρεται, αφυπνίζεται στο μονοπάτι της σωτηρίας. Η ψυχή και η συνείδησή του τον ελέγχουν και ελπίζει μέσω του βιώματος και της Θείας Χάρης να φτάσει στη θεωρία και τη γνώση του Θείου, υπερβαίνοντας την υπερηφάνεια, την αρχή κάθε αμαρτίας. Πρόκειται για ένα σάλπισμα του Θεού προς το πλάσμα του.

Ωλίσθησα, ως ο Δαυίδ ακολάστως, και βεβορβόρωμαι· αλλ’ αποπλύναις καμέ, Σωτήρ τοις δάκρυσι. (ωδή β’)

Πύργον εσοφίσω, οικοδομήσαι ω ψυχή, και οχύρωμα πήξαι, ταις σαις επιθυμίαις, ει μη συνέχεεν ο Κτίστης τας βουλάς σου, και κατέαξεν εις γην, τα μηχανήματά σου. (ωδή β’)

Ίδετε, ίδετε, ότι εγώ ειμί Θεός, ο μάννα επομβρήσας, και το ύδωρ εκ πέτρας, πηγάσας πάλαι εν ερήμω τω λαώ μου, τη μόνη δεξιά και τη ισχύι τη εμή. (ωδή β’)

Γενέσθω μοι κολυμβήθρα, το Αίμα το εκ πλευράς σου, άμα και πόμα, το πηγάσαν ύδωρ της αφέσεως, ίνα εκατέρωθεν καθαίρομαι, χριόμενος, πίνων ως χρίσμα και πόμα Λόγε, τα ζωηρά σου λόγια. (δ’)

               Στην Α’ ωδή εμφανίζονται λοιπόν οι Πρωτόπλαστοι, ο Κάιν και ο Άβελ, ο Χριστός ως Σαμαρείτης κ.ά. Στη β’ ο Δαυίδ, η μετανοούσα πόρνη, ο συντετριμμένος τελώνης της γνωστής παραβολής, ο Λάμεχ, ο Ενώχ, ο Νώε, τα Σόδομα ενώ στη γ’ ο Λωτ, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κ.α. Στη δ’ έχουμε την κλίμακα του Πατριάρχη Ιακώβ, τις γυναίκες του Ραχήλ και Λεία, τους 12 γιους του, τον Ησαύ τον αδερφό του, τον Ιώβ, την παραβολή του Νυμφίου, το Φαρισαίο και τον Τελώνη. Στην ε’ αναφέρεται ο Ιωσήφ και τ’ αδέρφια του, ο Μωυσής, ο Ααρών, η αιμόρρους και η χαμαί συγκύπτουσα γυναίκα της Κ.Δ.. Στη στ’ ωδή συναντάμε τον Ιησού του Ναυί, την πέτρα που εξέβλυσε νερό, την κιβωτό της Διαθήκης, τον Σαμψών και τον πατέρα του Μανωέ, τον Γεδεών, τον Σαμουήλ και τη μητέρα του Άννα κ.α. ενώ στη ζ’ ο Σαούλ, ο Δαυίδ πάλι και ο Αβεσσαλώμ ο γιος του, ο Σολομών, ο Ηλίας κ.ά. Στην η’ παρουσιάζονται ο Ηλίας εκ νέου και ο Ελισσαίος, ο Ιερεμίας, ο Ιωνάς και οι Νινευίτες, ο Δανιήλ κ.ά. ενώ περνώντας στην Κ.Δ. συναντούμε τους ληστές τους συσταυρωμένους του Κυρίου, τη Χαναναία, η Μαρία, η Μάρθα  και ο Λάζαρος κλπ. Όπως σημειώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, η ωδή αυτή είναι ένα είδος κατακλείδας στα προηγούμενα: Της Παλαιάς, Διαθήκης άπαντας παρήγαγόν σοι ψυχή, προς υπογραμμόν· μίμησαι των δικαίων, τας φιλοθέους πράξεις· έκφυγε δε πάλιν, των πονηρών τας αμαρτίας (ωδή η’) Τέλος, στη θ’ παρουσιάζονται πρόσωπα και σκηνές από την Καινή Διαθήκη όπως οι Μάγοι, οι Ποιμένες, η σαρανατήμερη νηστεία του Κυρίου και οι πειρασμοί στην έρημο, ο παράλυτος και η αιμόρρους που θεράπευσε ο Χριστός, ο Ζακχαίος η Σταύρωση, οι Απόστολοι, της οικουμένης φωστήρες φαιδροί, οι λογικούς ιχθύας αγρεύοντας καθώς και ο Ιωάννης Πρόδρομος, η τρυγών η φιλέρημος κ.ά.

               Ερχόμαστε λοιπόν σε επαφή με πρότυπα προς μίμηση αλλά και παραδείγματα προς αποφυγή. Το εξηγεί αυτό, εξάλλου, το παρέμβλητο πεζό κομμάτι που προαναφέραμε: Συν πολλοίς δε άλλοις και τον παρόντα Μέγαν Κανόνα συνέταξε, κατάνυξιν άπειρον έχοντα· πάσαν γαρ Παλαιάς και Νέας Διαθήκης ιστορίαν ερανισάμενος, και αθροίσας, το παρόν ηρμόσατο μέλος, από Αδάμ δηλαδή, μέχρι και αυτής της Χριστού Αναλήψεως, και του των Αποστόλων κηρύγματος. Προτρέπεται γουν διά τούτου πάσαν ψυχήν, όσα μεν αγαθά της ιστορίας ζηλούν και μιμείσθαι προς δύναμιν, όσα δεν των φαύλων αποφεύγειν, και αεί προς Θεόν ανατρέχειν, διά μετανοίας, διά δακρύων και εξομολογήσεως, και της άλλης δηλονότι ευαρεστήσεως.

Κεντρική θέση στην υμνολογία του κατέχει φυσικά η Παναγία:

Ασπόρου συλλήψεως, ο τόκος ανερμήνευτος, Μητρός ανάνδρου, άφθορος η κύησις· Θεού γαρ η γέννησις, καινοποιεί τας φύσεις· διό σε πάσαι αι γενεαί, ως Θεόνυμφον Μητέρα, ορθοδόξως μεγαλύνομεν. (ωδή ή)

Ο Χριστός, εννοείται, προβάλλει ως η Αλήθεια και η ελπίδα:

Χριστός, ενηνθρώπισε, σαρκί προσομιλήσας μοι, και πάντα όσα, υπάρχει της φύσεως, βουλήσει επλήρωσε, της αμαρτίας δίχα· υπογραμμόν σοι ω ψυχή, και εικόνα προδεικνύων, της αυτού συγκαταβάσεως. (ωδή η’)

Ληστής κατηγόρει σοι, Ληστής εθεολόγει σοι· αμφότεροι γαρ, σταυρώ συνεκρέμαντο· αλλ’ ω Πολυεύσπλαχνε, ως τω πιστώ Ληστή σου, τω επιγνόντι σε Θεόν, καμοί άνοιξον την θύραν, της ενδόξου βασιλείας σου. (ωδή η’)

Ο Ιωάννης ο Πρόδρομος με το φωτοφόρο παράδειγμά του μας καθοδηγεί: Τρυγών η φιλέρημος, φωνή βοώντος ήχησε, Χριστού ο λύχνος, κηρύττων μετάνοιαν, Ηρώδης ηνόμησε, συν τη Ηρωδιάδι. Βλέπε ψυχή μου μη παγής, των ανόμων ταις παγίσιν, αλλ’ ασπάζου την μετάνοιαν. (ωδή θ’)

 

Μέτρο του Μεγάλου Κανόνα

 

Υπενθυμίζουμε ότι ο κανόνας, κυρίαρχος από τον 8ο ήδη αιώνα, απαρτίζεται από ωδές, 9 το μέγιστο (κατ’ αναλογίαν των 9 ωδών του Ψαλτηρίου), με τη β’ ωδή συνήθως να ελλείπει – στον Μ. Κανόνα βέβαια υπάρχει και τούτη. Τα τροπάρια κάθε ωδής αντλούν το μέτρο τους από τον ειρμό, το αρχικό τροπάριο, ο οποίος καθορίζει τον αριθμό των συλλαβών ανά στίχο, τη θέση των τόνων αλλά και τον αριθμό των στίχων ανά τροπάριο. Όπως περιγράφει με ζωηρότατα χρώματα ο Μητροπολίτης Νέας Σμύρνης Συμεών, Ὁ ἅγιος Ἀνδρέας τηρεῖ προσεκτικὰ τὴν ἰσοσυλλαβία καὶ τὴν ὁμοτονία μεταξὺ εἱρμῶν καὶ τροπαρίων. Σπάνια πολὺ διασπᾶται ἀπὸ δυσκολία τοῦ ποιητῆ νὰ εὕρει τὴν κατάλληλη λέξη ἢ ἀπὸ σφάλματα τῶν ἀντιγραφέων. Συχνὰ συναντοῦμε τὴν ὁμοιοκαταληξία, συχνότερα τὴν παρήχηση καὶ ὄχι σπάνια τὴν ἐπωδό. Ἡ χρήση ἐρωτήσεων καὶ ἡ εἰσαγωγὴ διαλόγων, στὴν ὁποία καταφεύγει συχνὰ ὁ ποιητής, προσδίδει στὸν Κανόνα ἔντονη δραματικότητα.Τὸ ὕφος τοῦ Κανόνος εἶναι ἰδιαίτερα ζωηρὸ καὶ ἐξωραϊσμένο. Τὴ ζωηρότητα δημιουργεῖ ἡ χρήση τοῦ κλιμακωτοῦ καὶ ἀσύνδετου σχήματος καὶ οἱ δυνατὲς ἀντιθέσεις σὲ λέξεις καὶ ἔννοιες. Τὴ χάρη καὶ τὴν ὀμορφιὰ ἐξασφαλίζουν οἱ ποιητικὲς εἰκόνες, οἱ παρομοιώσεις, τὰ ἐντυπωσιακὰ ἐπίθετα ποὺ ἀφθονοῦν καὶ οἱ ὡραῖες σπάνιες λέξεις ποὺ χρησιμοποιεῖ. (στο http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_great_canon_translation.htm)

 

Οι ωδές, τώρα, β’,γ’ και η’ στο υπό εξέταση έργο έχουν 2 ειρμούς, κάτι σύνηθες για τον Ανδρέα Κρήτης. Ακροστιχίδες δεν υπάρχουν, όπως εξάλλου και σε άλλους κανόνες του Ανδρέα (σελ. 687, Ηθική και Θρησκευτική Εγκυκλοπαίδεια, τ. Β’). Η γλώσσα του είναι συντηρητική, απέχει πολύ από την κοινή και δε διακρίνεται από τη δραματικότητα των έργων του Ρωμανού Μελωδού. Μολαταύτα, τα τροπάρια είναι σμιλεμένα με μια επιγραμματικότητα η οποία προσδίδει μια ιδιάζουσα ελκυστική ποιητικότητα που καθίσταται εφαλτήριο προβληματισμού και στοχασμού. Στοχασμού που κεντρίζει τον άνθρωπο για θεία μέθεξη. Με ύφος άλλοτε ήρεμο και άλλοτε πιο γρήγορο, γεμάτο ταραχή, πνευματική ανησυχία και αγωνία για την αιώνια κατάσταση της ψυχής (δηλαδή τη Θεία Κρίση κατά την κοινή ανάσταση όλων), διαβιβάζει το μήνυμα του ζήλου για τη σωτηρία και τη νηνεμία της εν Χριστώ ζωής στον κλύδωνα της ματαιότητας και της οδύνης της αμαρτίας. Η ανάγνωσή του γεννάει αισθήματα χαρμολύπης, λύπη για την πνευματική του κατάσταση αφενός και χαρά για την ελπίδα της κατάκτησης του αμάραντου στεφάνου αφετέρου. Κι όλα αυτά εν μέσω της βιβλικής ευρυμάθειας του συγγραφέα, μια προτροπή κι εφαλτήριο για να εντρυφήσουμε κι εμείς στα ζείδωρα μηνύματα της Αγίας Γραφής.

Δέον εδώ να τονίσουμε ότι υπάρχουν και μερικά παρέμβλητα τμήματα στο έργο, τροπάρια πάνω στον ίδιο τον Άγιο Ανδρέα, τροπάρια και κανόνας στην Οσία Μαρία την Αιγυπτία που συνετέθησαν αργότερα καθώς μερικά τριώδια ποιήματα του Ιωσήφ και του Θεοδώρου.

Ακόμη, δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε και το τροπάριο του Ρωμανού Μελωδού που συμψάλλεται με τον κανόνα και που αντικατοπτρίζει στην ολότητά του το κλίμα του έργου. Ψυχή μου ψυχή μου, ανάστα, τι καθεύδεις; Το τέλος  εγγίζει, και μέλλεις θορυβείσθαι· ανάνηψον ουν, ίνα φείσηταί σου Χριστός ο Θεός, ο πανταχού παρών, και τα πάντα πληρών (προοίμιο στο Κοντάκιο κα’ Εις την Πέμπτη της Ε’ Εβδομάδος των Νηστειών – τότε δηλαδή που ψάλλεται αυτούσιος ο Μ. Κανόνας).

Παραθέτουμε, τέλος, μερικά ακόμη τροπάρια του έργου προς κύρωση των παραπάνω (μολονότι η επιλογή είναι εξαιρετικά δύσκολη και ‘αδικεί’ τα υπόλοιπα τροπάρια):

 

Βασίλειον την αξίαν, διάδημα και πορφύραν ημφιεσμένος, πολυκτήμων άνθρωπος και δίκαιος, πλούτω επιβρίθων και βοσκήμασιν, εξαίφνης τον πλούτον, την δόξαν, την βασιλείαν, πτωχεύσας απεκείρατο. (δ’)

Το σώμα κατερρυπώθην, το πνεύμα κατεσπιλώθην, όλος ηλκώθην· αλλ’ ως ιατρός Χριστέ αμφότερα, διά μετανοίας μοι θεράπευσον, απόλουσον, κάθαρον, πλύνον, δείξον χιόνος, Σωτήρ μου καθαρώτερον.  (δ’)

Σιλωάμ γενέσθω μοι τα δάκρυά μου, Δέσποτα Κύριε, ίνα νίψωμαι καγώ, τας κόρας της ψυχής μου, και ίδω σε νοερώς, το φως το προ αιώνων.  (ωδή ε’)

Εβόησα εν όλη καρδία μου, προς τον οικτίρμονα Θεόν, και επήκουσέ μου, εξ Άδου κατωτάτου, και ανήγαγεν εκ φθοράς την ζωήν μου. (ωδή στ’)

 Ο διφρηλάτης Ήλιος άρματι, ταις αρεταίς επιβάς, ως εις Ουρανούς, ήγετο υπεράνω, ποτέ των επιγείων· τούτου ουν ψυχή μου, την άνοδον αναλογίζου. (ωδή η’)

Ασπόρου συλλήψεως, ο τόκος ανερμήνευτος, Μητρός ανάνδρου, άφθορος η κύησις· Θεού γαρ η γέννησις, καινοποιεί τας φύσεις· διό σε πάσαι αι γενεαί, ως Θεόνυμφον Μητέρα, ορθοδόξως μεγαλύνομεν. (ωδή θ’)

Χριστός ενηνθρώπισε, σαρκός προσομιλήσας μοι, και πάντα όσα, υπάρχει της φύσεως,βουλήσει επλήρωσε, της αμαρτίας δίχα· υπογραμμόν σοι ω ψυχή, και εικόνα προδεικνύων,της αυτού συγκαταβάσεως. (ωδή θ’)

Τρυγών η φιλέρημος, φωνή βοώντος ήχησε, Χριστού ο λύχνος, κηρύττων μετάνοιαν, Ηρώδης ηνόμησε, συν τη Ηρωδιάδι. Βλέπε ψυχή μου μη παγής, των ανόμων τοις παγίσιν αλλ’ ασπάζου την μετάνοιαν. (ωδή θ’)

Ληστής κατηγόρει σοι, Ληστής εθεολόγει σοι· αμφότεροι γαρ, σταυρώ συνεκρέμαντο· αλλ’ω Πολυεύσπλαχνε, ως τω πιστώ Ληστή σου, τω επιγνόντι σε Θεόν, καμοί άνοιξον την θύραν, της ενδόξου Βασιλείας σου (ωδή θ’)

Η κτίσις συνείχετο, σταυρούμενόν σε βλέπουσα· όρη και πέτραι, φόβω διερρύγνυντο· και γη συνεσείετο, και Άδης εγυμνούτο· και συνεσκότασε το φως, εν ημέρα καθορών σε, Ιησού προσηλωμένον σαρκί. (ωδή η’)

 

Βιβλιογραφία

Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας,  εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

Χρ. Δ. Τσολακίδης, Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, Αθήνα 2001

Κ. Τρυπάνης, Ελληνική Ποίηση,  Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1988

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. B’, σελ. 674-693

http://agiameteora.net/index.php/megalis-tessarakostis/1085-ti-einai-o-megalos-kanonas-pote-psalletai-kai-giati-onomastike-etsi.html (προσπελάστηκε στις 8-03-16)

http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/prayers/service_great_canon_translation.htm, (προσπελάστηκε στις 8-03-16)

http://www.saint.gr/2571/saint.aspx  (προσπελάστηκε στις 30-11-14)

---

Ρωμανός Μελωδός - Η υψηλότερη ποιητική κορυφή στην υπηρεσία του παιδίου νέου, του προ αιώνων Θεού. Ανάλυση της ars poetica του Α’Ύμνου

του Βασίλη Κομπορόζου:  Καθηγητή Αγγλικών, μεταφραστή, λογοτέχνη

 

Εισαγωγή

Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει... Πλησιάζει πάλι ο εορτασμός του υπερφυούς γεγονότος της ενανθρώπισης και οι πιστοί συρρέοντας στις εκκλησίες θα ακούσουν το υπέροχο αυτό αυτόμελο σε ήχο γ’ κοντάκιο του Ρωμανού Μελωδού μαζί με τον α’ οίκο τα Χριστούγεννα, αλλά και στην 31η Δεκεμβρίου. Η πλειονότητα των Ορθοδόξων το γνωρίζει ή το έχει ακούσει τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του. Οφείλουμε βέβαια εδώ να διευκρινιστεί πως Κοντάκιο λεγόταν στην αρχή το πρώτο τροπάριο (στροφή) του ύμνου αλλά επικράτησε ο όρος και για τον Ύμνο στο σύνολό του.

              

Ανέκαθεν άκουγα πως ο Ρωμανός Μελωδός (Ρ.Μ. χάριν συντομίας στο παρόν) είναι ο Πίνδαρος της εκκλησιαστικής ποίησης, αυτός ο ηγέτης του κοντακίου, ο κινητήριός νους του, το οποίο κοντάκιο βέβαια προϋπήρχε στη Συρία καθώς αυτό και οι ύμνοι απαντώνται ‘το πρώτον εν τη Συριακή εκκλησία’ [i] Μελετώντας τον Ρ.Μ. παράλληλα με έργα άλλων υμνωδών όπως ο Ανδρέας Κρήτης, ο Ιωάννης Δαμασκηνός και ο Κοσμάς Μελωδός (για να αναφέρουμε κάποιοιυς πασίγνωστους αστέρες της υμνογραφίας) διαπιστώνουμε ότι τα έργα του ξεχωρίζουν από την υπόλοιπη παραγωγή που συναντάται εν χρήσει στις λειτουργίες. Οι ύμνοι εκείνων διαθέτουν πίστη, ποιητική υψηγορία και λεπτά ενίοτε θεολογικά νοήματα, του Ρ.Μ. όμως τα κοντάκια εκτός των παραπάνω (συνήθως), διακρίνονται και από δραματικότητα με διαλογικά μέρη, με εσωτερικούς μονολόγους σαν θέατρο πλήρες ζωής [ii], με αρχή, κατά την ταπεινή μου άποψη, (το προοίμιο, το κοντάκιο αυτό καθεαυτό), μέση (τα διαδραματιζόμενα γεγονότα, τα ‘δρώμενα’) και τέλος, τη ‘λύση’ του δράματος (λύση με την έννοια της αποσαφήνισης της σημασίας του γεγονότος στη σωτηρία του ανθρώπου). Στην πλειονότητά τους οι 59 ύμνοι που σώζονται ακέραιοι ασκούν μεγάλη έλξη στους αναγνώστες, με το απλό, άμεσο και πλαστικό ύφος με την υπερκείμενη ποιητικότητα και γι’ αυτό ο Ρ.Μ. τιμάται ως ο διαπρεπέστερος των υμνωδών-μελωδών.

 

Λίγα για τη ζωή του

Οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή του είναι λιγοστές. Πρέπει να έζησε τον 6ο μ.Χ. αι. (κατ’ άλλους τον 8ο αι.)[iii].  Γεννήθηκε στην Έμεσα της Συρίας. Διάκονος αρχικά στη Βηρυτό, μετέβη κατόπιν στην Κωνσταντινούπολη και έμεινα στα κελιά του Ναού της Θεοτόκου. Μέτριας παιδείας αλλά με βαθιά πίστη στην Παναγία, σε μια ολονυκτία στον Ναό της Παναγίας των Βλαχερνών στην γιορτή των Χριστουγέννων, «η ψυχή του γέμισε με κατάνυξη και όταν γύρισε στο κελί του είδε όνειρο την Παναγία να του προσφέρει ένα βιβλίο και να του λέει να το καταφάει. Ο Ρωμανός από την επίδραση τού ονείρου συνέθεσε για την γέννηση τού Χριστού το τροπάριο Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτω προσάγει..»[iv]. Συγκλονιστικό γεγονός, ασφαλώς! Και, γιατί να μην το πιστέψουμε, με βάση τα αμέτρητα χειροπιαστά θαύματα που έχουν βιώσει τόσοι και τόσοι Χριστιανοί διαμέσου των αιώνων; Γεγονός εξάλλου είναι ότι από τότε άρχισε να συγγράφει και μάλιστα με άσβεστο το τάλαντο του και τον πόθο να δοξολογήσει τον Ιησού Χριστό και να υμνήσει την Παναγία, αγίους της Ορθοδοξίας αλλά και δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Έγραψε περίπου χίλιους ύμνους όπως έχουμε σημειώσει, αλλά διασώθηκε περίπου το ένα δέκατο από αυτούς, εκ των οποίων οι 59 ακέραιοι. Μαζί με τον ύμνο συνέθετε και ο ίδιος τη μελωδία, ή έγραφε με πρότυπο παλαιότερη μουσική μελωδία. Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία την 1η Οκτωβρίου.

               Σχετικά με το θαύμα θα ήθελα να αναφέρω μια εντελώς προσωπική γνώμη. Ο Α’ Ύμνος είναι ο πρώτος που συνέγραψε ποτέ ο Ρ. Μ. και θεωρείται και ο καλύτερος του. Γνωρίζουμε ότι είναι σπάνιο ή και αδύνατο για έναν ποιητή το πρώτο ποίημα που κάθεται να γράψει ποτέ να είναι και το κορυφαίο του καθώς δεν έχει εξασκήσει ακόμη το ταλέντο του ενώ απουσιάζει φυσικά και η πείρα. Αυτό, κάτι δηλώνει για το αν βίωσε ή όχι το θαύμα ο Ρωμανός...

              

Λίγα για τα κοντάκια

Το Συριακής, όπως προείπαμε, προέλευσης Κοντάκιο ή Ύμνος ανήκει ως είδος στη β’ περίοδο της υμνογραφίας (ε’ - ζ’ αιώνες),  με το στ’ και ζ’ αι. να χαρακτηρίζονται από τη μέγιστη ακμή του. Κατόπιν εξοβελίστηκε από ένα καινούριο είδος, τους Κανόνες (από τον η’ αι.) με αστέρες πια τους τρεις προαναφερόμενους. Σήμερα στη λειτουργική χρήση επιβιώνουν το προοίμιο (το καθεαυτό Κοντάκιο) και ο ά ή και β’ οίκος ορισμένων ύμνων. Βασικά, μετά τη στ’ ωδή των διαφόρων κανόνων συναντούμε ένα κοντάκιο ή/ και τον α’ οίκο του. Οι λόγοι του εξοβελισμού των Ύμνων δεν είναι θέμα της παρούσας μελέτης[v]. Αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι, συν τοις άλλοις, ίσως να θεωρήθηκαν αρκετά μεγάλοι στην έκταση οι ύμνοι, ενώ οι κανόνες με τα μικρότερα τροπάρια και τη μεγαλύτερη μουσική ποικιλία να κρίθηκαν ως πιο κατάλληλοι για λειτουργική χρήση. Ένα πανάξιο αναφοράς στοιχείο εδώ είναι το γεγονός ότι το μόνο πλήρες εν χρήσει κοντάκιο στην εκκλησία είναι ο πασίγνωστος και τόσο αγαπητός στο χριστεπώνυμο πλήρωμα Ακάθιστος Ύμνος (ο αποκαλούμενος και Χαιρετισμοί στη Θεοτόκο). Το Κοντάκιο ή Ύμνος απαρτίζεται από το προοίμιο  το οποίο καθορίζει την υπόθεση του ύμνου και τα υπόλοιπα τροπάρια, τους λεγόμενους οίκους. Στο Ρ.Μ. υπάρχουν και ύμνοι με 2 ή 3 προοίμια, για την ακρίβεια 22 στον αριθμό από τους 59 ακέραιους σωζόμενους, δηλαδή παραπάνω απο το ένα τρίτο. Κοινό συνδετικό στοιχείο, τώρα, του προοίμιου και των οίκων είναι ο τελευταίος στίχος, το εφύμνιοκουκούλιο ή ανακλώμενο) το οποίο επαναλαμβάνεται ως επωδός σε όλα τα τροπάρια. Πρόσθετος σύνδεσμος ανάμεσα στους οίκους είναι η ακροστιχίδα (όπως Του Ταπεινού Ρωμανού ο Ύμνος στον υπό εξέταση ύμνο). Η ακροστιχίδα σχηματίζεται με το πρώτο γράμμα του πρώτου στίχου κάθε οίκος. Ανάλογα με την ακροστιχίδα, ο ύμνος μπορεί να περιέχει έως και 40 οίκους (βλ. Κοντάκιο Εις τον Ιωσήφ Κοντάκιο). Ο Α’ Ύμνος απαρτίζεται από 24 οίκους. Ο Ύμνος, τέλος, την εποχή της ακμής του, φαίνεται πως ψαλλόταν από έναν μονωδό ενώ ο λαός επαναλάμβανε το εφύμνιο δίκην επωδού.

 

Μέτρο των Ύμνων του Ρωμανού

               Ο Ρ.Μ., όπως βέβαια και οι υμνογράφοι (από ε’ αι. κ.εξ.) μεταχειρίστηκαν το ρυθμοτονικό μέτρο της ισοσυλλαβίας και ομοτονίας, μέτρο το οποίο μεταχειρίστηκε και ο Πίνδαρος στην αρχαιότητα αλλά ο μελωδός μας δεν στηρίχθηκε φυσικά στη νεκρή από αιώνες προσωδία των μακρών και βραχέων φωνηέντων αλλά στον γραμματικό και ρυθμικό τόνο. Εξαιρώντας το προοίμιο, κάθε οίκος φέρει τον ίδιο αριθμό στίχων. Ο α’ οίκος γράφεται ελεύθερα ενώ οι υπόλοιποι ακολουθούν το πρότυπό του. Παράλληλα, οι τόνοι ‘πέφτουν’ στο ίδιο σημείο πάντα. Μικρές αποκλίσεις στην ομοτονία και ισοσυλλαβία υπερκεράζονται μέσω της τονής[vi],  με μουσική επιβράχυνση ή επιμήκυνση των συλλαβών δηλαδή, και έτσι επιτυγχάνεται μελωδική ισοποδία. Ο α’ οίκος, συνεπώς, λειτουργεί ως ειρμός αλλά και αφετηρία της ακροστιχίδας.

               Το εν λόγω μετρικό σύστημα αποτελεί, θα μπορούσαμε να πούμε, ένα καλούπι δύσκολο το οποίο, ωστόσο, εξαναγκάζει τον πολυτάλαντο ποιητή (όπως ο Ρ.Μ.) να φτάσει σε υψηλά όρια ποίησης και σε μεγάλη πλαστικότητα έκφρασης ώστε να συνδυάσει το μέτρο με ρέουσα υψηγορία. Εξάλλου, στα δύσκολα είναι που αναδεικνύεται το καλλιτεχνικό (και όχι μόνο) τάλαντο.

Αναλυτικότερα, ως προς τον Α’ Ύμνο, παρατηρούμε πως ο καθένας από τους 24 οίκους (ξέχωρα από το διαφορετικού μέτρου 6στιχο προοίμιο) έχει 10 στίχους[vii] με τις συλλαβές ανά στίχο να είναι 14-14-12-18-11-11-10-16-15-12. Αμελητέες αποκλίσεις έχουμε από ένα στίχο στους οίκους ε’, θ’, ιη’, ιθ’ και κγ’.  Έχουμε, όθεν, ένα σχήμα αρμονικό, άρτια επεξεργασμένο.

Περιεχόμενο

Οι σφιχτοδεμένες στροφές συμβάλλουν με τη σειρά τους στο δραματοποιημένο και βαθμηδόν αναπτυσσόμενο περιεχόμενο του κοντακίου το οποίο διαποτίζεται από θαυμαστές αντιθέσεις ως απόρροια της υπερφυούς σύλληψης του Ιησού Χριστού από την Παρθένο Μαρία. Ταυτόχρονα, ο ποιητής μας θεολογεί αν και δεν υπήρξε ‘συστηματικός δογματιστής’[viii] όπως οι πατέρες της εκκλησίας ή ο Ιωάννης Δαμασκηνός.

Το γνωστό τοις πάσι προοίμιο (Η Παρθένος σήμερον τίκτει...) είναι μια συνόψιση του περιεχομένου του ύμνου αλλά και της ars poetica του ποιητή, κατά την ταπεινή μας άποψη. Η Παρθένος τίκτει τον υπερούσιο Θεό και η γη φέρνει στον απρόσιτο ένα απλό σπήλαιο. Οι ασώματοι Άγγελοι δοξολογούν το ενσαρκωμένο Θείο Βρέφος μαζί με τους φθαρτούς ποιμένες, ταπεινοί αυτοί αλλά Εκείνο ταπεινότερο! Παράλληλα το υπερφυσικό αστέρι καθοδηγεί στον νεογέννητο Χριστό τους Μάγους.Τί δίψα που είχαν για την Αλήθεια εκείνοι! Γιατί, όπως καταλήγει θεολογώντας ο Ρ. Μ., γεννήθηκε για εμάς παιδίον νέον, ο προ αιώνων (δηλαδή ο άχρονος) Θεός! Φράση που ανακεφαλαιώνει, αφενός, όλο το μεγαλείο της Γέννησης και, αφετέρου, τη σύμπλευση αλλά και την υπέρβαση όλων των αντιθέσεων της ενανθρώπισης του Θεού και Λόγου. Έξι στίχοι που, μελετώντας τους κανείς, διαπιστώνει πως συνοψίζουν το περιεχόμενο της γιορτής με τρόπο απλό όσο και ποιητικά μεγαλειώδη.

Κατόπιν, ο ποιητής (α’ οίκος) τονίζει πως η Βηθλεέμ άνοιξε πάλι την Εδέμ, γιατί βρήκαμε την τρυφήν εν κρυφή, τα του Παραδείσου εντός του σπηλαίου. Εκεί εφάνη ρίζα απότιστος βλαστάνουσα άφεσιν, φρέαρ ανόρυκτον το οποίο έπαυσε τη δίψα του προπάτορα του Χριστού και προφητάνακτα Δαυίδ και του Αδάμ (ως σύμβολο όλης της ανθρωπότητας). Ο πατήρ της μητρός γνώμη υιός εγένετο (οίκος β’) και η θεοτόκος έκθαμβη αναρωτιέται πως γαλουχεί και ου νενύμφευται (οίκος β’). Έπειτα ρωτά το γιο της τι σχέση έχουμε εμείς οι πτωχεύσαντες με Αυτόν, τον Βασιλέα ιδίως που όχι μόνο δε βρέθηκε δωμάτιο για Εκείνον αλλά και το σπήλαιο ξένο είναι ενώ στη Σάρρα, γυναίκα του Αβραάμ, δόθηκε κλήρος πολύς (οίκος γ’).

Κι ιδού έρχονται οι Μάγοι (αρχή διαλόγου τους με την Παναγία, οίκος δ’) και της θυμίζουν πως ο Βαλαάμ τους είχε προφητεύσει πως μέλλει αστήρ ανατέλλειν, καθώς εκ του Ιακώβου ανατέλλει παιδίον νέον... (οίκος ε’). Σα μητέρα η Παναγία και όχημα μέγα θαύματος προσκυνά το σπλάχνο της, τη δόξα της και κλαίγοντας του δηλώνει ότι ο λαός Του θέλει να Τον δει, ίνα ίδωσιν πενίαν πλουσίαν,  πτωχείαν τιμίαν (οίκος ζ’). Η φτωχικότητα του χώρου δεν την μέλει καθόλου. Ο Χριστός, τώρα, νοερώς συγκατανεύει να εισέλθουν οι Μάγοι στο σπήλαιο εξηγώντας πως το υπερφυσικό άστρο Αυτόν υπηρετεί, πληρών την διακονίαν του (οίκος η’). Και καλεί τη μητέρα Του, την απαράνοικτον θύραν, να ανοίξει καθώς και σου ουκ απέστην κακείνοις (τους Μάγους, δηλαδή) συνήλθον (θ’). Βλέπουμε ήδη πως μέσα από το αριστοτεχνικό πρίσμα των αντιθέσεων του ο ποιητής μεταλαμπαδεύει βαθιά και λεπτά θεολογικά νοήματα. Στην απορία, εν συνεχεία, των Μάγων για την παρουσία του Ιωσήφ (ούτος υιός εστίν αγενεαλόγητος- οίκος ι’) η Μαρία αποκρίνεται πως ο Ιωσήφ παρίσταται ως μάρτυρας του υπερφυσικού γεγονότος της ενανθρώπισης αλλά και εις έλεγχον πάντων (ια’) και απαγγέλλει τρανώς όσα αυτός εώρακεν / εν τοις ουρανίοις και τοις επιγείοις (ιβ’).  Οι Μάγοι κατόπιν εξηγούν πως ήρθαν από την ειδωλολατρική χώρα των Χαλδαίων και πλέον πυρ παμφάγον λιπόντες πυρ δροσίζον θεωρούν (ιγ’) καθώς ματαιότης εστί ματαιοτήτων άπαντα (ιδ’). Ταυτόχρονα ευχαριστούν τον τόκο της Παρθένου που τους γλίτωσε από την πλάνη και τυχόν δεινά στις χώρες που περιήλθαν. Με λύχνο το άστρο και περιδιοδεύοντας την Ιερουσαλήμ και πληρούντες την προφητείαν (ότι, δηλ., ηπείλησε Θεός ερευνάν αυτήν – οίκος ιε’), δεν βρήκαν εκεί την κιβωτόν αλλά βέβαια τα αρχαία παρήλθεν (ιε’). Σε σχετική ερώτηση της Μαρίας για την προφητοκτόνο πόλη, οι Μάγοι απαντούν πως ενέπαιξαν τον αντί θεσμών φόνους εμπνέοντα Ηρώδη (ιστ’) ενώ οι Φαρισαίοι εξακρίβωσαν τον χρόνο του άστρου αλλά δεν συνειδητοποίησαν το θαύμα αφού τοις ερευνώσιν οφείλει θεωρηθήναι/παιδίον νέον… (ιζ’). Τονίζουν, δε, στην απορία των Φαρισαίων για το ταξίδι τους, πως όπως ο Θεός βοήθησε τους Ισραηλίτες κάποτε να διασχίζουν την άξενη έρημο, έτσι και τώρα οδήγησε τους Χαλδαίους (ιη’). Ο αστέρας, τώρα, παρομοιάζεται με τον Μωυσή που καθοδηγούσε τους Εβραίους, αλλά και με το μάννα εξ’ ουρανού και την πέτρα που έρρεε ύδωρ στην έρημο και τους ξεδιψούσε, γιατί ημάς ελπίς η τούτου (του άστρου, δηλ.) ενέπλησε (ιθ’)

Εν συνεχεία, σε μια ακόμη στιγμή θεολογίας, ο ποιητής διαπιστώνει ότι όλα τούτα τα επισυμβαίνοντα επικυρώνονται από το Θείο Βρέφος καθώς η μήτρα μετά την κύηση παρέμεινε αμίαντος, ενώ ο νους των Μάγων άμοχθος, δηλαδή δεν αισθάνονταν κόπωση οι τρεις Χαλδαίοι παρόλη την τόσο επικίνδυνη και κοπιαστική διαδρομή, όπως και ο προφήτης Αββακούμ όταν πήγε να συναντήσει τον προφήτη Δανιήλ (κ’). Και ακολουθεί πλέον η προσκύνηση των Μάγων με δώρημα τρίυλο/ ως των Σεραφίμ ύμνον τρισάγιον, (κα’).

               Οι τρεις τελευταίοι οίκοι αποτελούν την κατακλείδα του ύμνου αν και ο Ρωμανός συνήθως την περιορίζει στον ακροτελεύτιο οίκο των ύμνων του. Ο ποιητής μας έχει την τάση να απευθύνει στο τέλος ικετήρια φωνή προς τον Θεό ή τον τιμώμενο άγιο για να μεσιτεύσει υπέρ ημών. Στον Α’ Ύμνο, λοιπόν, η Θεοτόκος ικετεύει τρις (όσα και τα δώρα των Μάγων) υπέρ αέρων (ευνοϊκού καιρού, δηλαδή), υπέρ των καρπών της γης και των οικούντων εν αυτή (κβ’). Κατόπιν, η Παναγία συνειδητοποιεί αφενός τον ρόλο της στην προστασία της οικουμένης ως σκέπη κραταιά και αφετέρου το ζωοποιό ρόλο του Υιού της (ουκ εική γαλουχώ, αναφωνεί – οίκος κγ’), ενώ πλήρης Πνεύματος Αγίου συναισθάνεται πως θα χρειαστεί τα δώρα καταφεύγοντας στην Αίγυπτο για να γλιτώσει απ’ τη μανία του Ηρώδη. Τέλος, σε μια μεγαλειώδη κορύφωση ενός λαμπρού έργου, σε μια έξαρση μητρικής στοργής και Θείας Χάριτος η Παρθένος Μαρία καταλήγει αποκαλώντας τον γιο της οδηγέ μου, υιέ μου, ποιητά μου, λυτρωτά μου (κδ’). Έχουμε εδώ, εκ μέρους του μελωδού, ένα απαύγασμα ποιητικού λυρισμού, ξεχείλισμα συναισθημάτων αγάπης αλλά και της βαθύτατης θεολογίας που κρύβεται πίσω από το μυστήριο της ενσάρκωσης. Επιδαψιλεύει αγάπη εδώ τόσο η μητέρα του Χριστού όσο και ο ιερός ποιητής μας...

               Βρίσκουμε λοιπόν στο κοντάκιο αυτό ένα ποίημα θεατρικής μορφής με μονολόγους εσωτερικούς αλλά και διαλόγους, με έκφραση και άρση αποριών, με διαλογισμούς, αναζητήσεις αλλά και κάθαρση, την εύρεση εν προκειμένω της Αλήθειας, που για τον Χριστιανισμό δεν είναι μια αφηρημένη αξία ή αγάπη αλλά ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός.

 

Ποιητικές τεχνικές – Γλώσσα του Α’  Ύμνου

Στην ανάλυση που μόλις προηγήθηκε συναντήσαμε μια πληθώρα αντιθέσεων, απότοκο ενός γεγονότος ανυπέρβλητου για την ανθρώπινη λογική. Όμως, ο ποιητής χρησιμοποιεί και κάποια άλλα στοιχεία καλλωπιστικά του λόγου του. Συναντάμε κατ’ αρχήν και κάποιες ομοιοκαταληξίες, ελάχιστες βέβαια αλλά εμφατικές του μηνύματος, του σημαινόμενου του έργου, χώρια που προξενούν μεγάλη εντύπωσην στον αναγνώστη:

άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι,/ μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι· (προοίμιο),Την Εδέμ Βηθλεέμ ήνοιξε, δεύτε ίδωμεν·/ την τρυφήν εν κρυφή ηύραμεν... (οίκος α’), εν τοις ουρανίοις και τοις επιγείοις (οίκος ιβ’).

Όμως, σε ένα ποίημα, βασικό συστατικό του είναι συνήθως οι μεταφορές πράγμα που δεν απουσιάζει, ως είναι φυσικό ούτε από την υμνογραφία, αυτόν τον λογοτεχνικό Παρνασσό της Εκκλησίας. Σταχυολογούμε από τον Ύμνο τις εξής μεταφορές που ομιλούν για τον Χριστό: εκεί εφάνη ρίζα απότιστος βλαστάνουσα άφεσιν, εκεί ηυρέθη φρέαρ ανόρυκτον, (οίκος α’), αστήρ σβεννύων πάντα μαντεύματα και τα οιωνίσματα· αστήρ εκλύων παραβολάς σοφών (οίκος ε’), ο του παιδίου σου σπινθήρ εκ του πυρός του Περσικού (οίκος ιγ’).

Η Παναγία, αφετέρου, είναι η θύρα η απαράνοικτος/ πύλη, ην Χριστός μόνος διώδευσεν· η θύρα η ανοιχθείσα/ και μη κλαπείσα μηδαμώς τον της αγνείας θησαυρόν· (οίκος θ’) ·

Οι άνθρωποι, από την άλλη μεριά, χαρακτηρίζονται ως πήλινοι, εν σχέσει προς τον τρόπο δημιουργίας τους από τον Θεό από το χώμα (βλ. Γένεσις, β’ 7) ενώ οι άγγελοι ως πύρινοι (οίκος ιβ’). Οι Μάγοι, εξάλλου, αποκαλούνται μεγαλοευφυώς οι της Ανατολής λύχνοι (οίκος ιγ’) όπως και το άστρο (ιδ’). Πρόκειται για μια υπέροχη ταύτιση. Όπως το άστρο έγινε λύχνος για τους Μάγους, έτσι και εκείνοι γίνονται λύχνος για τους συμπατριώτες τους στην Ανατολή που χειμάζονται από την αμαρτία αλλά και μια ζώσα μαρτυρία, προς όλη την οικουμένη, της ενανθρώπισης του Θεού Λόγου.

                Ως προς τη γλώσσα, τώρα, ο χριστοκεντρικός Ρωμανός, ο ‘εκλαϊκευτής της φωνής της Εκκλησίας’[ix] συνέγραψε στη γλώσσα της εποχής του. Το ύφος του δεν παρουσιάζει μεγάλες δυσκολίες στην κατανόησή του, τουλάχιστον στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Με χαρακτήρα ρέων και λυρικό, το κείμενό του τέρπει με την ποιητικότητά του. Υπάρχουν βέβαια και κάποιες λέξεις που χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά εδώ. Σύμφωνα με τον Κ.Μητσάκη[x] είναι οι εξής: ακανθώδης (ανήσυχος - οίκος ια’), απαράνοικτος (κλειστός - οίκος θ’), προφητοκτόνος (οίκος ιστ’), υπερφαιδρότερος (πολύ πιο λαμπρός – οίκος ε’), φωταυγούν (φωτεινό – οίκος ιβ’)

 

Κατακλείδα

Καμία ανάλυση στην πραγματικότητα δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο κείμενο ενός αριστουργήματος γιατί οι φράσεις, τα σχήματα λόγου και το σημαινόμενο, χάνουν την αξία τους ξεκομμένα από το σώμα τους,  το έργο ως οργανικό σύνολο. Προσπαθήσαμε εδώ να αναδείξουμε την ποιητικότητα του Α’ Ύμνου του Ρωμανού του Μελωδού, συστήνοντας τον ποιητή ανεπιφύλακτα στους λάτρεις της λογοτεχνίας και τους Χριστιανούς πιστούς. Με τον Ρωμανό έχει ασχοληθεί πλειάδα ξένων αλλά έχει μάλλον εξοβελιστεί από το ελληνικό σχολείο. Χρειάζεται να διδάσκεται, τουλάχιστον ο συγκεκριμένος ύμνος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και η σχολική κοινότητα να αποδώσει έτσι την πρέπουσα τιμή στον μέγιστο υμνωδό και μελωδό της Ορθόδοξης εκκλησιαστικής παράδοσης αλλά και στο παιδίον νέον, τον προ αιώνων Θεόν...

 

Βιβλιογραφία

αρχ. Ανανίας Κουστένης (απόδοση στα Νέα Ελληνικά), Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2003

Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας,  εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Π.Α. Σιμόπουλος,  Ρωμανού του Μελωδού. Κοντάκια Α’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,  Αθήνα 1974

Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

Χρ. Δ. Τσολακίδης, Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, Αθήνα 2001

Κ. Τρυπάνης, Ελληνική Ποίηση,  Από τον Όμηρο ως τον Σεφέρη, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1988

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. Ι’, σελ. 914-921

http://www.saint.gr/2571/saint.aspx  (προσπελάστηκε στις 30-11-14)

 

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ



[i] Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, σελ.  Ϟ ζ’

[ii] Π. Τρεμπέλας, ό.π., σελ. κγ’, ως προς τον ύμνο που εξετάζεται εδώ. Ο Ρ. Μ. έγραψε και άλλους 2 ύμνους σχετικά με τη Γέννηση του Κυρίου.

[iii] Βλ.  Χρήστος Δ. Τσολακίδης, Αγιολόγιο της Ορθοδοξίας, σελ. 871-2

[iv] από: http://www.saint.gr/2571/saint.aspx (προσπελάστηκε στις 30-11-2014)

[v] Αναλυτικότερα βλ. Τρεμπέλας, ό.π. σελ. λ’- λα’.

 

[vi] Π. Τρεμπέλας, ό.π., σελ. ξ’ – ξα’

 

[vii] Με βάση τον χωρισμό στο Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, απόδοση στα Νέα Ελληνικά αρχιμανδρίτης Ανανίας Κουστένης

[viii] Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, τυπογραφείο Μυρτίδη, τ.Γ’, σελ. 48

[ix] Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, ό.π. σελ. 55

[x] Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας, σελ. 39 - 77

---

Ορθοτομώντας ποιητικά την Ανάσταση του Κυρίου -  Ρωμανού Μελωδού Κοντάκιο κδ’:

Εις την Τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού

 

  Του Βασίλη Μ. Κομπορόζου

 Εκκλησιαστικώς και πνευματικώς διανύουμε την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, περίοδο αναστάσιμη, περίοδο γιορτινή, του θριάμβου του Χριστού επί του θανάτου και του κόσμου της φθοράς και της ματαιότητας. Σε προηγούμενο άρθρο (εφημ. Μαχητής, 8 Δεκεμβρίου 2014) είχαμε αναφερθεί στο πασίγνωστο Κοντάκιο Α’ του Ρωμανού Μελωδού, εκείνο που υμνεί τη Γέννηση του Χριστού, τον Ύμνο δηλαδή με τον οποίο κατέκτησε εξαρχής υμνολογικά ο ποιητής τα πέρατα της οικουμένης, καθώς αποτελεί το πλέον περίτεχνο ίσως έργο του. Ο μεγαλύτερος όμως από τους υμνωδούς - μελωδούς συνέγραψε και άλλα έργα, περί τα 1000, εκ των οποίων σώζονται ακέραια πλέον μόνο τα 59, η πλειονότητα των οποίων φανερώνει το βαθύτατο και ανεξάντλητο τάλαντο του ποιητή. Η Εκκλησία βέβαια χρησιμοποιεί στις ακολουθίες της μόνο το προοίμιο και τον α΄οίκο, την πρώτη στροφή, από μερικούς ύμνους του Ρωμανού. 

               Ανάμεσα στα σωζόμενα κοντάκια (ή ύμνους) συγκαταλέγονται και 7 αναστάσιμα, τα υπ’ αριθμ. 24-30. Συνέγραψε βέβαια ο Ρωμανός και 9 ύμνους για τα πάθη του Ιησού Χριστού. Ο εν λόγω ύμνος είναι ο 24ος, ο πρώτος δηλαδή, θα λέγαμε, της σειράς.

               Όπως όλοι οι ύμνοι, αποτελείται από ένα προοίμιο (θυμίζουμε πως υπάρχουν και ύμνοι με 2 ή 3 προοίμια), το αρχικό τροπάριο που δηλώνει την υπόθεση του έργου και τους οίκους, τα υπόλοιπα τροπάρια, το κυρίως σώμα του πονήματος. Εκτός από το θέμα, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο προοίμιο και τους οίκους είναι η ακροστιχίδα ‘Του Κυρού Ρωμανού Ύμνος’, ενώ εφύμνιο, το ‘ρεφραίν’ θα μπορούσαμε να πούμε, είναι η χαρμόσυνη αγγελία ‘Ανέστη ο Κύριος’, το οποίο συναντάμε και στο αμέσως επόμενο κοντάκιο, το κε’.   

               Το 6στιχο προοίμιο πλαισιώνουν 9στιχοι οίκοι, οι οποίοι, σύμφωνα με το προσφιλές μέτρο του Ρωμανού Μελωδού αλλά και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας εν γένει διακρίνονται από ισοσυλλαβία και ομοτονία. Ο α’ οίκος λειτουργεί ως ειρμός, δίδοντας το μέτρο και για τους υπόλοιπους.

               Όσον αφορά την ισοσυλλαβία, από τη μετρική ανάλυση διαπιστώνουμε πως το επικρατούν συλλαβικό σχήμα κατά στίχο είναι το ακόλουθο: 12, 11, 12, 11, 15, 18, 9, 17, 7 (το εφύμνιο). Παρατηρούνται, εν τούτοις, αρκετές εξαιρέσεις με πιο ευδιάκριτη εκείνη των ανισοσυλλαβιών στον 4ο στίχο κάθε οίκου, όπου στους 11 από τους 20 οίκους οι συλλαβές είναι 10, 12, ή 13. Πλειοψηφούν βέβαια οι 11 συλλαβές. Εκτός του εφυμνίου, κοινού για όλους τους οίκους, ο μόνος στίχος με πλήρη ισοσυλλαβία παντού είναι ο πρώτος, με 12 συλλαβές. (Δέον εδώ να τονίσουμε πως στον προτελευταίο στίχο του ιγ’ οίκου λείπει κείμενο.) Το σπάσιμο του μέτρου αναπληρώνεται μουσικώς από την τονή, χώρια από το ότι οι υφιστάμενες εξαιρέσεις αποτρέπουν την μονοτονία, αρκεί να μην υπερβαίνουν ένα λογικό όριο ασφαλώς. Ένα μορφικά τέλειο σχήμα σε μεγάλο ποίημα ενδέχεται να οδηγεί σε μια επίπλαστη γλώσσα, χωρίς φυσικότητα και ρυθμό.

Και περνάμε τώρα στο περιεχόμενο του έργου στο οποίο κεντρική θέση κατέχουν (για μια ακόμη φορά στο Μελωδό μας αλλά και την εκκλησιαστική ποίηση γενικά) οι αντιθέσεις, απότοκο φυσικά της διττής φύσης του Ιησού και του πάθους του πιο συγκεκριμένα ως Θεού - Δημιουργού των πάντων από τη μια και απολύτως αναμάρτητου ανθρώπου από την άλλη που πάσχει με ταπεινότητα ασύλληπτη για τα τα δικά μας χοϊκά δεδομένα.

               Το προοίμιο απευθύνεται στον ίδιο τον Χριστό ενώ ο πρώτος στίχος ‘κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος’ παραπέμπει ευθέως στον Απόστολο των εθνών Παύλο (Κορ. Α’, ιε’ 54), με αποχρώσεις όμως και από τους λόγους του  προφήτη Ωσηέ (ιγ’ 14) αλλά και του φωστήρα της Ορθοδοξίας Ιωάννη Χρυσοστόμου (‘που σου, άδη, το νείκος; Κατηχητικός Λόγος, αναγιγνωσκόμενος στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα), γι’αυτό ‘εορτάζοντες ευφραινόμεθα / και αγγαλιώντες βοώμεν «Ανέστη ο Κύριος»’.

               Από τον α’, τώρα, οίκο (αρχή της διήγησης) ο Ρ. Μ. αμέσως αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του και το πνευματικό του μεγαλείο του: Την ζωήν τη ταφή, τω θανάτω θεόν/ και τω Άδη τον Άδην σκυλεύσαντα/ παρέδωκε ποτέ των ανόμων λαός, /ως δε νεκρόν τον νεκρούς αναστήσαντι ρήματι.... Στο β’ οίκο ο ποιητής συσχετίζει θεολογικά τον Ιωσήφ τον από την Αριμαθαία με τον Ιωσήφ τον ένα από τους 12 γιους του Ιακώβ, επισημαίνοντας πως ‘μετά σταυρόν κατετέθη ταφή/ υπό του Ιωσήφ ο θεός Ιωσήφ,/ ο εκ λάκκου ποτέ σώσας  τον Ιωσήφ’... ενώ στη θέα του Αγγέλου ‘λίθοι γέγοναν οι τηρούντες’ μπροστά στο μνήμα με το λίθο.  

Ο ποιητής ωστόσο, γυρίζει στο γ’ οίκο πίσω στα προ της αναστάσεως συμβάντα. Οι Ιουδαίοι εξακολουθούν να  κατατρύχονται από πονηρούς λογισμούς: ‘Ιδού κείται εις γην ο δονήσας την γην· ο παντί λαλητός και περιβοητός, ου πάσα γαία τα έργα εθαύμασε, τέθνηκε’.  Φοβούμενοι μην κλαπεί το σώμα αποφασίζουν να ζητήσουν κουστωδία να φυλάσσει τον τάφο καθώς ‘εν τη ζωή αυτού το σάββατον έλυσεν/ εάν δε νυν εκ νεκρών αναστή, νόμος λέλυται. Κείται νεκρός και ελπίζεται·  δέδεται και προσδοκάται ζην’ (οίκος γ’). Έντρομοι συνειδησιακώς προστρέχουν στον Πιλάτο, θυμούμενοι το ρήμα του Ιησού ότι ‘μετά τας τρεις αναστήσομαι· καν γαρ θάνω’ (οίκος στ’). Ο Πιλάτος, όμως, τους περιγελά, ‘τις γαρ κλέπτει νεκρόν;  τί δε κέρδος νεκρού; /ο φιλών φίλον φιλεί μέχρι μνήματος, /μετά δε την ταφήν μάτην το φίλτρον ενδείκνυται·’ (ζ’) Άλλωστε, ‘υπ’ εμού μαστιχθείς, υφ’υμών σταυρωθείς,/ υπό του Ιωσήφ εν τάφω τεθείς,/ σαφής έστι νεκρός, αψευδής δε θνητός’ (η’), συμπληρώνει ο Ρωμαίος διοικητής με σιγουριά. Δίδει ωστόσο την κουστωδία, με ψήγματα, βέβαια, φόβου, μήπως τυχόν πλανηθούν οι φύλακες και τον ομολογήσουν ξανά ως Υιό Θεού. Στον οίκο ι’, τώρα, ο Ρ.Μ. αναλαμβάνει, θα μπορούσαμε να πούμε, προσωπικά δράση σαν να συμμετέχει σωματικώς στο Θείο Δράμα, τεχνική που αυξάνει ασφαλώς την αμεσότητα των ακροατών στα επιγινόμενα. Απευθύνεται, λοιπόν, προσωπικά στον Πιλάτο προειδοποιώντας τον να δώσει βάση στο όραμα της γυναίκας του (βλ. Μτ. κζ’ 19). Στο μεταξύ οι άνομοι Ιουδαίοι υπόσχονται να πληρώσουν τους στρατιώτες για να μην πει κανείς πως αναστήθηκε ο Ιησούς επειδή ‘ζων και θανών επιζήμιος...’ και ‘μη κάμωμεν εις μάτην·/ μη χρυσός αφ’ ημών και Χριστός καθ’ ημών και οι λέγοντες/’ «ανέστη ο Κύριος»’ (ιβ’). Εν συνεχεία μολαταύτα, ‘στρατιώτες του μνήματος έξωθεν, / και ένδον πόλεμος ην του Χριστού προς τον Θάνατον, / του μεν το κράτος αρπάζοντος, του δε του κράτους εκπίπτοντος,... (ιγ’)

               Και φτάνει η τρίτη μέρα, η μία των Σαββάτων, η Κυριακή δηλαδή, και στον Άδη οι έγκλειστοι ‘κλαίουσιν άμα και χαίρουσιν, οδύρονται και αγάλλονται·/ «οίμοι, οίμοι», προς αλλήλους,/ αλλήλοις δε άλλοι γηθόμενοι·/ ευ ούτω λέγουσιν,...’ (ιδ’). Η γη στην περιοχή του τάφου, ως γνωστόν, σαλεύτηκε (βλ. Μτ. κη’ 2) και του λίθου αποκυλισθέντος αναρωτιέται η κουστωδία, ‘μη πολλάκις, ον και πριν εφυλάττομεν/ εν σταυρώ και εφρίξαμεν άπαντες,/ ούτος και νυν τον Αδάμ αναστήσας εγείρεται;/ τότε τας πέτρας διέρρηξε, νυν δε τον λίθον εσάλευσε· μάλλον αυτός εστίν ο τότε/ καταπέτασμα σχίσας και μνήμα ανοίξας (ιε’). Ερευνώντας λοιπόν τί συνέβη, κάποιος παραδέχεται πως ‘ει δ’αφανής ο θανών, συν τοις κάτω δακρύσωμεν...’ (ιστ’). Μολονότι, τώρα, ένας στρατιώτης διαπιστώνει πως ο τάφος είναι άδειος οι άλλοι προσπαθούν να τον πείσουν πως είδε φάντασμα! (ιζ’). Ξημερώνοντας, βέβαια, ‘ο τότε θανών νυν πέλει φαεινός... φως φορεί, φως πέμπει, φως εστί· τάχα φωτός υιός εστί/ και του φωτός δε υπηρέτης· /θαυμαστά ην τα ρήματα τοις γυναιξίν’ (ιη’). Και ο ύμνος καταλήγει με τις προσφιλείς στο Ρωμανό αντιθέσεις, ένα πρόσφορο όχημα θεολόγησης των πολύπτυχων σωτηριολογικών γεγονότων.  Διαπιστώνει λοιπόν ο ποιητής μαζί με το χριστεπώνυμο πλήθος πως ‘Ο μεν λάκκος αυτών, το δε κέρδος ημών· /των ανόμων το αίσχος, το καύχος δ’ ημών,/ εκείνοις η πληγή, ημών δε η ζωή...’ (ιθ’) καθώς παρόλο που χρηματίστηκαν οι φύλακες για να σιωπήσουν, ‘οι λίθοι μάλλον κράξουσιν/ότι άνευ χειρών ο λίθος/ ο εξ’ όρους τμηθείς ως ποτέ εκ γαστρός και νυν εκ της ταφής/ ανέστη ο Κύριος.’ (ιθ’-  το οποίο παραπέμπει στον προφήτη Αββακούμ, γ’ 3). Και, τέλος, όπως ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, ‘τη παρθένω τα της παρθενίας λιπών...’ έτσι και τώρα την ‘σινδόνα Ιωσήφ καταλείψας ταφή/ έλαβες δε της ταφής τον γεννήσαντα τον Ιωσήφ· (οίκος κ’).

               ‘Εχοντας επίγνωση τώρα ότι τα αποσπάσματα δεν αρκούν για να αναδειχτεί το κάλλος ενός έργου στην ολότητά του, συνάγουμε πως και ο ύμνος κδ’ ύμνος συνιστά  ένα καλοδουλεμένο, όμορφα πλεγμένο κείμενο ενδεικτικό της λογοτεχνικής καλλιέπειας του ποιητή, όπου η διήγηση των συμβάντων πλαισιώνεται, κατά το έθος του Ρ.Μελωδού από μια διάθεση προσευχητική, παρακλητική και θεολογική. Και όλα αυτά δοσμένα υπό ποιητικό πρίσμα μέσα από το οποίο υποφώσκει άμεσα ή έμμεσα η δοξολογία προς τον Ύψιστο για τα έργα του προς εμάς, το ανώτερο ίσως είδος προσευχής...

 

Βιβλιογραφία:

αρχ. Ανανίας Κουστένης (απόδοση στα Νέα Ελληνικά), Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, εκδ.

               Αρμός, Αθήνα 2003

Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας,  εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983

Π.Α. Σιμόπουλος,  Ρωμανού του Μελωδού. Κοντάκια Α’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,  Αθήνα 1974

Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949

Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. Ι’, σελ. 914-921

http://www.saint.gr/2571/saint.aspx  (προσπελάστηκε στις 30-11-14)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου