Φρυκτωρία: Η διά πυρός ή πυρσών μετάδοση σημάτων τη νύκτα. Φρυκτωρέω-ώ, το αντίστοιχο ρήμα.Στην ιστοσελίδα αυτή, πολύ απλά, φιλοδοξούμε να φρυκτωρούμε φλόγες ποίησης και οποιασδήποτε άλλης στιγμής και πράξης αποτελεί ποίηση και συνεπώς ομορφαίνει τη ζωή μας. Όπως οι πηγές της Μόκιστας του Θέρμου Αιτωλοακαρνανίας (στο φόντο).Ένα παραμύθι, ένα υδάτινο λουλούδι με μια ομορφιά σκέτη φλόγα που ρέει κρυστάλλινη, δροσερή και ακαταμάχητη.. Ό,τι όμορφο είναι και ποιητικό, και ό,τι πραγματικά ποιητικό είναι και ανθρώπινο... Λίγο πιο κάτω στη δεξιά στήλη θα βρείτε την ποιητική συλλογή μου σε ebook

Σε λίγους στίχους κουρνιασμένος (κατεβάστε από εδώ)

από τις διαδικτυακές εκδόσεις 24grammata.com καθώς και μερικά έμμετρα χιουμοριστικά παραμύθια μου και κάποια θεατρικά έργα μου για παιδιά.

Υ.Γ. Η ιστοσελίδα αυτή είναι υπό κατασκευή. 'Υπό κατασκευή'. Μ' αρέσει αυτή η φράση. Υπό κατασκευή. Μονίμως, όπως και η ζωή μας. Γι' αυτό, τη φράση τούτη θα την κρατήσω! Under construction, που λένε, γιατί Θα φρυκτωρούμε και Αγγλιστί. Because we're gonna... blog our poetical ways through English, as well, transmitting poetic flames from heart to heart and soul to soul. Ας αρχίσουμε λοιπόν. Let's get started!
(Επισκεφτείτε και τις
ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ, το μικρό αδερφάκι της ιστοσελίδας, για μεταφράσεις ποιημάτων στα Ελληνικά ξένων ποιητών. Από τις (έντυπες) εκδόσεις 24γράμματα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία το Αγγλικό έπος του 14αι 'Ο Σερ Γκοουέην κι ο Πράσινος Ιππότης' (Sir Gawain and the Green Knight) για ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ, από τα Middle English (Αγγλικά 14 αι.)
You can also visit ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΕΣ ΦΡΥΚΤΩΡΙΕΣ, the site's little brother for foreign - language poetry translated into Greek!

Σάββατο, 23 Μαΐου 2015

Ορθοτομώντας ποιητικά την Ανάσταση του Κυρίου - Ρωμανού Μελωδού Κοντάκιο κδ’


Εις την Τριήμερον Ανάστασιν του Κυρίου και Σωτήρος Ημών Ιησού Χριστού

  Του Βασίλη Μ. Κομπορόζου

Εκκλησιαστικώς και πνευματικώς διανύουμε την περίοδο του Πεντηκοσταρίου, περίοδο αναστάσιμη, περίοδο γιορτινή, του θριάμβου του Χριστού επί του θανάτου και του κόσμου της φθοράς και της ματαιότητας. Σε προηγούμενο άρθρο (εφημ. Μαχητής, 8 Δεκεμβρίου 2014) είχαμε αναφερθεί στο πασίγνωστο Κοντάκιο Α’ του Ρωμανού Μελωδού, εκείνο που υμνεί τη Γέννηση του Χριστού, τον Ύμνο δηλαδή με τον οποίο κατέκτησε εξαρχής υμνολογικά ο ποιητής τα πέρατα της οικουμένης, καθώς αποτελεί το πλέον περίτεχνο ίσως έργο του. Ο μεγαλύτερος όμως από τους υμνωδούς - μελωδούς συνέγραψε και άλλα έργα, περί τα 1000, εκ των οποίων σώζονται ακέραια πλέον μόνο τα 59, η πλειονότητα των οποίων φανερώνει το βαθύτατο και ανεξάντλητο τάλαντο του ποιητή. Η Εκκλησία βέβαια χρησιμοποιεί στις ακολουθίες της μόνο το προοίμιο και τον α΄οίκο, την πρώτη στροφή, από μερικούς ύμνους του Ρωμανού. 
               Ανάμεσα στα σωζόμενα κοντάκια (ή ύμνους) συγκαταλέγονται και 7 αναστάσιμα, τα υπ’ αριθμ. 24-30. Συνέγραψε βέβαια ο Ρωμανός και 9 ύμνους για τα πάθη του Ιησού Χριστού. Ο εν λόγω ύμνος είναι ο 24ος, ο πρώτος δηλαδή, θα λέγαμε, της σειράς.
               Όπως όλοι οι ύμνοι, αποτελείται από ένα προοίμιο (θυμίζουμε πως υπάρχουν και ύμνοι με 2 ή 3 προοίμια), το αρχικό τροπάριο που δηλώνει την υπόθεση του έργου και τους οίκους, τα υπόλοιπα τροπάρια, το κυρίως σώμα του πονήματος. Εκτός από το θέμα, συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο προοίμιο και τους οίκους είναι η ακροστιχίδα ‘Του Κυρού Ρωμανού Ύμνος’, ενώ εφύμνιο, το ‘ρεφραίν’ θα μπορούσαμε να πούμε, είναι η χαρμόσυνη αγγελία ‘Ανέστη ο Κύριος’, το οποίο συναντάμε και στο αμέσως επόμενο κοντάκιο, το κε’.   
               Το 6στιχο προοίμιο πλαισιώνουν 9στιχοι οίκοι, οι οποίοι, σύμφωνα με το προσφιλές μέτρο του Ρωμανού Μελωδού αλλά και της εκκλησιαστικής υμνογραφίας εν γένει διακρίνονται από ισοσυλλαβία και ομοτονία. Ο α’ οίκος λειτουργεί ως ειρμός, δίδοντας το μέτρο και για τους υπόλοιπους.
               Όσον αφορά την ισοσυλλαβία, από τη μετρική ανάλυση διαπιστώνουμε πως το επικρατούν συλλαβικό σχήμα κατά στίχο είναι το ακόλουθο: 12, 11, 12, 11, 15, 18, 9, 17, 7 (το εφύμνιο). Παρατηρούνται, εν τούτοις, αρκετές εξαιρέσεις με πιο ευδιάκριτη εκείνη των ανισοσυλλαβιών στον 4ο στίχο κάθε οίκου, όπου στους 11 από τους 20 οίκους οι συλλαβές είναι 10, 12, ή 13. Πλειοψηφούν βέβαια οι 11 συλλαβές. Εκτός του εφυμνίου, κοινού για όλους τους οίκους, ο μόνος στίχος με πλήρη ισοσυλλαβία παντού είναι ο πρώτος, με 12 συλλαβές. (Δέον εδώ να τονίσουμε πως στον προτελευταίο στίχο του ιγ’ οίκου λείπει κείμενο.) Το σπάσιμο του μέτρου αναπληρώνεται μουσικώς από την τονή, χώρια από το ότι οι υφιστάμενες εξαιρέσεις αποτρέπουν την μονοτονία, αρκεί να μην υπερβαίνουν ένα λογικό όριο ασφαλώς. Ένα μορφικά τέλειο σχήμα σε μεγάλο ποίημα ενδέχεται να οδηγεί σε μια επίπλαστη γλώσσα, χωρίς φυσικότητα και ρυθμό.
Και περνάμε τώρα στο περιεχόμενο του έργου στο οποίο κεντρική θέση κατέχουν (για μια ακόμη φορά στο Μελωδό μας αλλά και την εκκλησιαστική ποίηση γενικά) οι αντιθέσεις, απότοκο φυσικά της διττής φύσης του Ιησού και του πάθους του πιο συγκεκριμένα ως Θεού - Δημιουργού των πάντων από τη μια και απολύτως αναμάρτητου ανθρώπου από την άλλη που πάσχει με ταπεινότητα ασύλληπτη για τα τα δικά μας χοϊκά δεδομένα.
               Το προοίμιο απευθύνεται στον ίδιο τον Χριστό ενώ ο πρώτος στίχος ‘κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος’ παραπέμπει ευθέως στον Απόστολο των εθνών Παύλο (Κορ. Α’, ιε’ 54), με αποχρώσεις όμως και από τους λόγους του  προφήτη Ωσηέ (ιγ’ 14) αλλά και του φωστήρα της Ορθοδοξίας Ιωάννη Χρυσοστόμου (‘που σου, άδη, το νείκος; Κατηχητικός Λόγος, αναγιγνωσκόμενος στη Θεία Λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα), γι’αυτό ‘εορτάζοντες ευφραινόμεθα / και αγγαλιώντες βοώμεν «Ανέστη ο Κύριος»’.
               Από τον α’, τώρα, οίκο (αρχή της διήγησης) ο Ρ. Μ. αμέσως αποκαλύπτει τη δεξιοτεχνία του και το πνευματικό του μεγαλείο του: Την ζωήν τη ταφή, τω θανάτω θεόν/ και τω Άδη τον Άδην σκυλεύσαντα/ παρέδωκε ποτέ των ανόμων λαός, /ως δε νεκρόν τον νεκρούς αναστήσαντι ρήματι.... Στο β’ οίκο ο ποιητής συσχετίζει θεολογικά τον Ιωσήφ τον από την Αριμαθαία με τον Ιωσήφ τον ένα από τους 12 γιους του Ιακώβ, επισημαίνοντας πως ‘μετά σταυρόν κατετέθη ταφή/ υπό του Ιωσήφ ο θεός Ιωσήφ,/ ο εκ λάκκου ποτέ σώσας  τον Ιωσήφ’... ενώ στη θέα του Αγγέλου ‘λίθοι γέγοναν οι τηρούντες’ μπροστά στο μνήμα με το λίθο.  
Ο ποιητής ωστόσο, γυρίζει στο γ’ οίκο πίσω στα προ της αναστάσεως συμβάντα. Οι Ιουδαίοι εξακολουθούν να  κατατρύχονται από πονηρούς λογισμούς: ‘Ιδού κείται εις γην ο δονήσας την γην· ο παντί λαλητός και περιβοητός, ου πάσα γαία τα έργα εθαύμασε, τέθνηκε’.  Φοβούμενοι μην κλαπεί το σώμα αποφασίζουν να ζητήσουν κουστωδία να φυλάσσει τον τάφο καθώς ‘εν τη ζωή αυτού το σάββατον έλυσεν/ εάν δε νυν εκ νεκρών αναστή, νόμος λέλυται. Κείται νεκρός και ελπίζεται·  δέδεται και προσδοκάται ζην’ (οίκος γ’). Έντρομοι συνειδησιακώς προστρέχουν στον Πιλάτο, θυμούμενοι το ρήμα του Ιησού ότι ‘μετά τας τρεις αναστήσομαι· καν γαρ θάνω’ (οίκος στ’). Ο Πιλάτος, όμως, τους περιγελά, ‘τις γαρ κλέπτει νεκρόν;  τί δε κέρδος νεκρού; /ο φιλών φίλον φιλεί μέχρι μνήματος, /μετά δε την ταφήν μάτην το φίλτρον ενδείκνυται·’ (ζ’) Άλλωστε, ‘υπ’ εμού μαστιχθείς, υφ’υμών σταυρωθείς,/ υπό του Ιωσήφ εν τάφω τεθείς,/ σαφής έστι νεκρός, αψευδής δε θνητός’ (η’), συμπληρώνει ο Ρωμαίος διοικητής με σιγουριά. Δίδει ωστόσο την κουστωδία, με ψήγματα, βέβαια, φόβου, μήπως τυχόν πλανηθούν οι φύλακες και τον ομολογήσουν ξανά ως Υιό Θεού. Στον οίκο ι’, τώρα, ο Ρ.Μ. αναλαμβάνει, θα μπορούσαμε να πούμε, προσωπικά δράση σαν να συμμετέχει σωματικώς στο Θείο Δράμα, τεχνική που αυξάνει ασφαλώς την αμεσότητα των ακροατών στα επιγινόμενα. Απευθύνεται, λοιπόν, προσωπικά στον Πιλάτο προειδοποιώντας τον να δώσει βάση στο όραμα της γυναίκας του (βλ. Μτ. κζ’ 19). Στο μεταξύ οι άνομοι Ιουδαίοι υπόσχονται να πληρώσουν τους στρατιώτες για να μην πει κανείς πως αναστήθηκε ο Ιησούς επειδή ‘ζων και θανών επιζήμιος...’ και ‘μη κάμωμεν εις μάτην·/ μη χρυσός αφ’ ημών και Χριστός καθ’ ημών και οι λέγοντες/’ «ανέστη ο Κύριος»’ (ιβ’). Εν συνεχεία μολαταύτα, ‘στρατιώτες του μνήματος έξωθεν, / και ένδον πόλεμος ην του Χριστού προς τον Θάνατον, / του μεν το κράτος αρπάζοντος, του δε του κράτους εκπίπτοντος,... (ιγ’)
               Και φτάνει η τρίτη μέρα, η μία των Σαββάτων, η Κυριακή δηλαδή, και στον Άδη οι έγκλειστοι ‘κλαίουσιν άμα και χαίρουσιν, οδύρονται και αγάλλονται·/ «οίμοι, οίμοι», προς αλλήλους,/ αλλήλοις δε άλλοι γηθόμενοι·/ ευ ούτω λέγουσιν,...’ (ιδ’). Η γη στην περιοχή του τάφου, ως γνωστόν, σαλεύτηκε (βλ. Μτ. κη’ 2) και του λίθου αποκυλισθέντος αναρωτιέται η κουστωδία, ‘μη πολλάκις, ον και πριν εφυλάττομεν/ εν σταυρώ και εφρίξαμεν άπαντες,/ ούτος και νυν τον Αδάμ αναστήσας εγείρεται;/ τότε τας πέτρας διέρρηξε, νυν δε τον λίθον εσάλευσε· μάλλον αυτός εστίν ο τότε/ καταπέτασμα σχίσας και μνήμα ανοίξας (ιε’). Ερευνώντας λοιπόν τί συνέβη, κάποιος παραδέχεται πως ‘ει δ’αφανής ο θανών, συν τοις κάτω δακρύσωμεν...’ (ιστ’). Μολονότι, τώρα, ένας στρατιώτης διαπιστώνει πως ο τάφος είναι άδειος οι άλλοι προσπαθούν να τον πείσουν πως είδε φάντασμα! (ιζ’). Ξημερώνοντας, βέβαια, ‘ο τότε θανών νυν πέλει φαεινός... φως φορεί, φως πέμπει, φως εστί· τάχα φωτός υιός εστί/ και του φωτός δε υπηρέτης· /θαυμαστά ην τα ρήματα τοις γυναιξίν’ (ιη’). Και ο ύμνος καταλήγει με τις προσφιλείς στο Ρωμανό αντιθέσεις, ένα πρόσφορο όχημα θεολόγησης των πολύπτυχων σωτηριολογικών γεγονότων.  Διαπιστώνει λοιπόν ο ποιητής μαζί με το χριστεπώνυμο πλήθος πως ‘Ο μεν λάκκος αυτών, το δε κέρδος ημών· /των ανόμων το αίσχος, το καύχος δ’ ημών,/ εκείνοις η πληγή, ημών δε η ζωή...’ (ιθ’) καθώς παρόλο που χρηματίστηκαν οι φύλακες για να σιωπήσουν, ‘οι λίθοι μάλλον κράξουσιν/ότι άνευ χειρών ο λίθος/ ο εξ’ όρους τμηθείς ως ποτέ εκ γαστρός και νυν εκ της ταφής/ ανέστη ο Κύριος.’ (ιθ’-  το οποίο παραπέμπει στον προφήτη Αββακούμ, γ’ 3). Και, τέλος, όπως ο Χριστός γεννήθηκε από Παρθένο, ‘τη παρθένω τα της παρθενίας λιπών...’ έτσι και τώρα την ‘σινδόνα Ιωσήφ καταλείψας ταφή/ έλαβες δε της ταφής τον γεννήσαντα τον Ιωσήφ· (οίκος κ’).
               ‘Εχοντας επίγνωση τώρα ότι τα αποσπάσματα δεν αρκούν για να αναδειχτεί το κάλλος ενός έργου στην ολότητά του, συνάγουμε πως και ο ύμνος κδ’ ύμνος συνιστά  ένα καλοδουλεμένο, όμορφα πλεγμένο κείμενο ενδεικτικό της λογοτεχνικής καλλιέπειας του ποιητή, όπου η διήγηση των συμβάντων πλαισιώνεται, κατά το έθος του Ρ.Μελωδού από μια διάθεση προσευχητική, παρακλητική και θεολογική. Και όλα αυτά δοσμένα υπό ποιητικό πρίσμα μέσα από το οποίο υποφώσκει άμεσα ή έμμεσα η δοξολογία προς τον Ύψιστο για τα έργα του προς εμάς, το ανώτερο ίσως είδος προσευχής...

Βιβλιογραφία:
αρχ. Ανανίας Κουστένης (απόδοση στα Νέα Ελληνικά), Ρωμανού Μελωδού Ύμνοι, εκδ.
               Αρμός, Αθήνα 2003
Κ. Μητσάκης, Το Εμψυχούν Ύδωρ, Μελέτες Μεσαιωνικής και Νεοελληνικής Φιλολογίας,  εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1983
Π.Α. Σιμόπουλος,  Ρωμανού του Μελωδού. Κοντάκια Α’, εκδ. Αποστολικής Διακονίας,  Αθήνα 1974
Π. Τρεμπέλας, Εκλογή Ελληνικής Ορθοδόξου Υμνογραφίας, Βιβλιοθήκη Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1949
Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, εκδ. Αθ. Μαρτίνος, Αθήνα 1965,  τ. Ι’, σελ. 914-921

http://www.saint.gr/2571/saint.aspx  (προσπελάστηκε στις 30-11-14)